Level 35 Level 37
Level 36

Χρόνος


381 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
el tiempo
χρόνος (ΟΧΙ ΤΟ ΕΤΟΣ), καιρός (= ο καιρός σε διάρκεια), καιρός (περιβάλλοντος)
el año
έτος, χρόνος
la semana
εβδομάδα
el lunes
Δευτέρα
el martes
Τρίτη
el miércoles
Τετάρτη
el jueves
Πέμπτη
el viernes
Παρασκευή (Η ΗΜΕΡΑ, ΟΧΙ Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ)
el sábado
Σάββατο
el domingo
Κυριακή
el fin de semana
Σαββατοκύριακο
el mes
μήνας
enero
Ιανουάριος
febrero
Φεβρουάριος
marzo
Μάρτιος
abril
Απρίλιος
mayo
Μάιος
junio
Ιούνιος
julio
Ιούλιος
agosto
Αύγουστος
septiembre
Σεπτέμβριος
octubre
Οκτώβριος
noviembre
Νοέμβριος
diciembre
Δεκέμβριος
la estación
σταθμός, εποχή
la primavera
άνοιξη
el verano
καλοκαίρι
el otoño
φθινόπωρο
el invierno
χειμώνας
este año
φέτος
el año pasado
πέρσι
el año que viene
του χρόνου, τον επόμενο χρόνο
hoy
σήμερα
mañana, la mañana
αύριο, πρωί
ayer
χθες, εχθές
pasado mañana
μεθαύριο
anteayer, antes de ayer
προχθές
la temporada, el período
περίοδος, σεζόν, κύκλος, εποχή
el momento
στιγμή
la hora
ώρα
el minuto
λεπτό (της ώρας)
el cuarto
4ος, τέταρτος, τέταρτο, δωμάτιο
media (hora)
μισή (ώρα)
recientemente, últimamente
πρόσφατα, τον τελευταίο καιρό
antes, en el pasado
παλιά, στο παρελθόν
brevemente, en breve, pronto
σύντομα
temprano, pronto
νωρίς
la tarde, tarde
απόγευμα, καθυστερημένα, αργά (περασμένη ώρα)
deprisa, rápidamente
γρήγορα
despacio, lentamente
αργά (σε ταχύτητα), σιγά
el futuro
μέλλον, μέλλοντας
mientras tanto
εν τω μεταξύ
el intervalo
διάλειμμα
la duración
διάρκεια
el siglo
αιώνας
el milenio
χιλιετία
el segundo
2ος, δευτερόλεπτο
y media
και μισή
menos
λιγότερο, μείον, παρά
el mediodía
μεσημέρι
el índice
ευρετήριο, δείκτης (και στα δάχτυλα)
la noche
νύχτα, βράδυ
la medianoche
μεσάνυχτα
el amanecer, la alba
αυγή
la madrugada
ξημέρωμα
la cita
ραντεβού
diario, el diario
καθημερινός, εφημερίδα (ημερήσια), ημερολόγιο
diariamente, a diario
καθημερινά
la frecuencia
συχνότητα
el / la semanal
εβδομαδιαίο, εβδομαδιαίος, εβδομαδιαία
dominical
κυριακάτικο
prolongado
παρατεταμένος
el / la constante
διαρκής, συνεπής, σταθερός, συνεχής, αδιάκοπος, αδιάλειπτος
continuo
συνεχής
hasta ahora
μέχρι τώρα, ως τώρα
esta vez
αυτή τη φορά
la prisa
βιασύνη
tener prisa, tengo prisa
βιάζομαι
ocasionalmente, de vez en cuando
περιστασιακά, ενίοτε, κατά καιρούς, που και που
a continuación, posteriormente
στη συνέχεια, αργότερα
al cabo de
μετά από ( + χρονικό διάστημα), στο τέλος του
de dos días
διήμερος
la fecha
ημερομηνία
el calendario
ημερολόγιο
el plazo
προθεσμία, διορία, χρονικό διάστημα, η δόση (οικονομική), όριο
una vez
κάποτε, μια φορά
la repetición
επανάληψη
de este año
φετινός / φετινή
del año pasado
περσινός / περσινή
de hoy
σημερινός / σημερινή
nuevo
καινούργιος, νέος
el viejo
γέρος, παλιός, παλιό, υπερήλικας
de ayer
χθεσινός / χθεσινή
la Edad Media
μεσαίωνας
mañanero
πρωινός, αυριανός
me gusta despertarme tarde
μου αρέσει να ξυπνάω αργά
el retraso, la demora
καθυστέρηση
sin demora
χωρίς καθυστέρηση
está terminado
έχει τελειώσει, τέλειωσε (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ) (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ)
empezó, comenzó
άρχισε, ξεκίνησε
esta noche
απόψε
necesito un poco más de tiempo
χρειάζομαι λίγο χρόνο ακόμα
poco a poco
λίγο λίγο, σιγά σιγά
cuenta atrás
αντίστροφη μέτρηση
el cronómetro
χρονόμετρο
el fin del tiempo
τέλος χρόνου
no tengo tiempo
δεν έχω χρόνο, δεν προλαβαίνω
luego, después (de)
μετά, μετά από, ύστερα, έπειτα
ahora
τώρα
después de horas
μετά από ώρες
antes (de)
πριν, παλιά (επίρρημα)
¿Cuándo?
Πότε;
nunca, jamás
ποτέ
cuando
όταν
nunca más
ποτέ πια, ποτέ ξανά (ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ)
lento
αργός, αργό
rápido
γρήγορος, γρήγορο
el fin
τέλος
al fin, en fin
στο τέλος
tardar, tardo
αργώ
repetir, repito
επαναλαμβάνω
me paso el tiempo
περνάω την ώρα μου (τον καιρό μου)
más temprano
νωρίτερα, πιο νωρίς
la edad
ηλικία
la puesta del sol
ηλιοβασίλεμα
enseguida, inmediatamente
αμέσως
al (+ infinitivo - απαρέμφατο)
με το που, αμέσως μόλις
El tiempo es oro
Ο χρόνος είναι χρήμα
Más vale antes que después
Το γοργόν και χάριν έχει
Quien mucho corre, pronto para
Όποιος βιάζεται, σκοντάφτει
Nunca digas nunca
Ποτέ μη λες ποτέ (ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ & ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
lo más pronto posible, a la brevedad posible, lo antes posible
το συντομότερο δυνατό
desde hace (mucho tiempo)
εδώ και (πολύ καιρό)
anoche
χθες βράδυ, εψές
¿Desde cuándo?
Από πότε;
cuando qieras
όταν θέλεις, όποτε θέλεις (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
desde ahora
από τώρα
desde entonces
από τότε
desde que
από τότε που
cuando era niño
όταν ήμουνα μικρός
cuando eran jóvenes
όταν ήταν νέοι
cuando sea
οποτεδήποτε, όποτε, όταν θα (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
¿Cuándo te vas?
Πότε φεύγεις;
¿Cuándo volverás? ¿Cuándo vas a volver?
Πότε θα γυρίσεις; Πότε θα επιστρέψεις;
Cuando las ranas crien pelo
Ζήσε Μαη μου να φάς τριφύλλι
en algun momento
κάποια στιγμή
Cuando el gato no está, los ratones bailan
Όταν λείπει ο γάτος, χορεύουν τα ποντίκια
otra vez, de nuevo, nuevamente
πάλι, ξανά
nunca jamás (μία φράση)
ποτέ των ποτών (έντονη άρνηση)
hasta
μέχρι, έως
por ahora, hoy por hoy
προς το παρόν, για την ώρα
el antiguo
αρχαίος, παλιός
la arqueología
αρχαιολογία
el sitio arqueológico
αρχαιολογικός χώρος
la antigüedad
αρχαιότητα
el griego antiguo
αρχαία ελληνικά
contemporáneo, moderno
σύγχρονος, μοντέρνος
la música contemporánea
σύγχρονη μουσική, μοντέρνα μουσική
al mes, mensualmente, mensuales
τον μήνα, μηνιαίως
por hora
...την ώρα.
amanece
ξημερώνει
anochece
νυχτώνει (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΖΕΙ)
acabar, acabo, terminar, termino
τελειώνω
he terminado
έχω τελειώσει, τέλειωσα (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ)
terminará
θα τελειώσει
¿Cuándo terminas / acabas? ¿A qué hora terminas / acabas...?
Πότε τελειώνεις; Τι ώρα τελειώνεις...;
estoy terminando
τελειώνω (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
obsoleto
παρωχημένος, ξεπερασμένος
pasado de moda
παλιομοδίτικος, ντεμοντέ
¿A cuántos estamos hoy?
Τι ημερομηνία έχουμε σήμερα;
puntual
ακριβής, στην ώρα του
el descanso
διάλειμμα, ξεκούραση, ανάπαυση, ξεκουράζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
al día
την ημέρα, ανά ημέρα, κάθε μέρα (ΟΧΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΚΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ)
de día
την ημέρα (όσο έχει φως, κατά την διάρκεια) (ΟΧΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ "ΑΝΑ ΗΜΕΡΑ")
hace un año
πριν από ένα χρόνο
hace una hora
πριν από μια ώρα, εδώ και μια ώρα
hace poco, hace un rato, un poco antes
πριν λίγο, πριν από λίγο, λίγο πριν
cuando empieza, cuando comienza
πότε αρχίζει
presuroso, apresurado
βιαστικός
el plazo de matrícula
περίοδος εγγραφών
diurno
ημερήσιος, της ημέρας
nocturno
νυχτερινός, νυχτιάτικος, νυχτόβιος, βραδινός
mensual
μηνιαίος
anual
ετήσιος
bianual
εξαμηνιαίος
bienal
διετής
bimestral
διμηνιαίος
hoy en día, actualmente, en la actualidad
στην εποχή μας, στις μέρες μας
en desarollo
σε εξέλιξη, εν εξελίξει, υπό ανάπτυξη
estos días
τις τελευταίες μέρες, αυτές τις μέρες
me ocupa mucho tiempo
μου τρώει πολύ χρόνο
tengo cuarenta y tres años
είμαι σαράντα τριών χρονών
no tengo prisa
δεν βιάζομαι
citarse con, me cito con
κανονίζω να συναντηθώ με, κανονίζω μια συνάντηση, κλείνω ραντεβού
quedarse con, me quedo con
έχω κανονίσει με (κάτι ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ)
ahora mismo
τώρα αμέσως
hasta dentro de un rato
εντός ολίγου
la pubertad
εφηβεία
la instantánea
στιγμιότυπο
la cronología
χρονολογία
los tiempos verbales
χρόνοι ρημάτων
he tardado
καθυστέρησα (έχω καθυστερήσει) (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ), έχω αργήσει
el horario
ωράριο
el otro día
τις προάλλες, την άλλη μέρα
la pausa
παύση, διακοπή, διάλλειμα
estamos a
έχουμε..., είναι... (ΣΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ)
estamos en
έχουμε..., είναι... (ΣΕ ΕΠΟΧΕΣ)
cada día, todos los días
κάθε μέρα
intermedio, el intermedio
ενδιάμεσος, ενδιάμεσο, το ημίχρονο (το διάλειμμα)
la aceleración
επιτάχυνση
acelerar, acelero
επιταχύνω
retardar, retardo
επιβραδύνω, καθυστερώ
retrasar, retraso
καθυστερώ, αργώ
¿Hasta cuándo?
Μέχρι πότε;
con el pasar del tiempo
με το πέρασμα του χρόνου
el mes pasado
τον περασμένο μήνα
la vida cotidiana, la vida diaria
καθημερινότητα
hemos terminado
έχουμε τελειώσει, τελειώσαμε (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ)
hace algunos días, hace unos días
πριν μερικές μέρες
dentro de dos días
εντός δύο ημερών, σε δύο μέρες
en unos días, dentro de unos días, dentro de algunos días
σε μερικές μέρες
mañana por la mañana
αύριο το πρωί
ayer por la mañana
χτες το πρωί
por las mañanas
τα πρωινά (δηλαδή γενικά κατά την πρωινή διάρκεια)
disculpe por la tardanza
συγνώμη για την καθυστέρηση, συγνώμη που άργησα (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
de la misma edad
συνομήλικος
estaré ahí
θα είμαι εκεί
te esperaré
θα σε περιμένω
regularmente
τακτικά
de antemano
εκ των προτέρων
periodo estival, temporada estival
καλοκαιρινή περίοδος
en los últimos años
τα τελευταία χρόνια
los dos últimos años
τα τελευταία δύο χρόνια
debido a la prisa
λόγω βιασύνης
desde hace unos años
εδώ και μερικά χρόνια
en poco tiempo, dentro de poco
σε λίγη ώρα, σε λίγο, σε σύντομο διάστημα
en estos años
αυτά τα χρόνια
época contemporánea
σύγχρονη εποχή
tenemos que darnos prisa
πρέπει να βιαστούμε
al mismo tiempo
την ίδια στιγμή, συγχρόνως
oscurece
σκοτεινιάζει (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΝΥΧΤΩΝΕΙ)
en ese momento, en aquel momento
εκείνη την στιγμή, εκείνη την περίοδο
caducado
ληγμένος, ληγμένο
tarde o temprano
αργά ή γρήγορα
sucesivamente
διαδοχικά
inmediatamente después
αμέσως μετά
previamente, anteriormente
προηγουμένως
cuando tengas tiempo
όταν έχεις χρόνο, όταν θα έχεις χρόνο (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
no esperes
μην περιμένεις (ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ & ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
esperar (a), espero (a)
περιμένω (τον / την), ελπίζω
se espera
αναμένεται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
después de un rato, después de un tiempo
μετά από λίγο
la próxima vez
η επόμενη φορά, την άλλη φορά
apurate, date prisa
βιάσου, κάνε γρήγορα
tómate tu tiempo
με την ησυχία σου, μην βιάζεσαι
volveré mas tárde
θα ξανάρθω αργότερα, θα επιστρέψω αργότερα
¿Cuánto se tarda?
Πόσο διαρκεί; Πόσος χρόνος χρειάζεται;
tardará mucho
θα πάρει πολύ ώρα
se está haciendo tarde, se hace tarde
βραδιάζει, πέρασε η ώρα, βράδιασε
ha cambiado significativamente
έχει αλλάξει σημαντικά
en mi tiempo libre
στον ελεύθερό μου χρόνο
¿Cuanto va a tardar?
Πόση ώρα θα κάνει; , Πόσο καιρό θα πάρει; Πόσο θα διαρκέσει;
estaré esperando fuera
θα περιμένω έξω (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
estaré aquí, voy a estar aquí
θα είμαι εδώ
hace mucho tiempo, hace tiempo, tiempo atras
πριν πολύ καιρό, πολύ παλιά (σε χρόνο)
en ese tiempo
εκείνο τον καιρό
en ese momento
εκείνη την στιγμή
estuve allí
ήμουν εκεί (προσωρινό) (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
quédate un poco más
μείνε λίγο ακόμα, κάτσε λίγο ακόμα (ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ)
el / la impaciente
ανυπόμονος / ανυπόμονη
la impaciencia
ανυπομονησία
el turno
σειρά (πχ η σειρά μου να παίξω, η σειρά μου στην ουρά κλπ), βάρδια (στην εργασία)
me levanto muy temprano
σηκώνομαι πολύ νωρίς
me levanto tarde
σηκώνομαι αργά
acabo de terminar (acabar de terminar)
μόλις τέλειωσα
acabo de llegar (acabar de llegar)
μόλις έφτασα
con el paso del tiempo
με την πάροδο του χρόνου, με το περασμα του χρόνου
no voy a tener tiempo
δεν θα έχω χρόνο
todo el tiempo
όλη την ώρα, συνέχεια
en unos años
σε μερικά χρόνια
el día nueve de julio de mil novecientos setenta y dos
στις εννιά Ιουλίου το 1972
el tres de octubre
στις τρεις οκτωβρίου
del nueve de julio
της ενάτης Ιουλίου, με ημερομηνία 9 Ιουλίου
El domingo nueve de julio
Την Κυριακή εννέα Ιουλίου
nunca antes
ποτέ πριν, ποτέ άλλοτε, ποτέ στο παρελθόν, ποτέ ξανά (ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ)
Tenemos que juntarnos uno de estos días
Πρέπει να βρεθούμε μια απ' αυτές τις μέρες
¿Te conviene el Domingo?
Σε βολεύει την Κυριακή;
alrededor de dos años
γύρω στα δύο χρόνια
me tomó dos horas
μου πήρε δυο ώρες
fue el miércoles el nueve de julio a las diez de la mañana
ήταν την Τετάρτη εννιά Ιουλίου στις δέκα το πρωί
después de tanto tiempo
μετά από τόσο καιρό
En los fines del semana...
Τα σαββατοκύριακα... Κατά τα σαββατοκύριακα...
hasta aquel momento
μέχρι εκείνη τη στιγμή, μέχρι τότε
desde siempre
από ανέκαθεν, πάντοτε
El fin de semana lo tengo siempre libre
Τα σαββατοκύριακα είμαι πάντα ελεύθερος
todos los fines de semana
όλα τα σαββατοκύριακα, κάθε σαββατοκύριακο
trabajo siempre por la mañana de 7 a 3
δουλεύω πάντα πρωί από τις 7 έως τις 3
durante mi estancia
κατα την παραμονή μου
durante algún tiempo
για κάποιο διάστημα
¿Durante cuanto tiempo?
Για πόσο καιρό; Για πόσο διάστημα;
de mi misma edad
στην ίδια ηλικία με 'μένα
la semana entera
όλη την εβδομάδα
a la misma hora
την ίδια ώρα
acabo de volver (de)
μόλις γύρισα (από)
llegar, llego (a), arribar, arribo (a)
φτάνω (στο) (ΑΠΟ ΤΑΞΙΔΙ) (ΟΧΙ ΦΤΑΝΩ ΚΑΤΙ πχ ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ)
va a llegar tarde
θα αργήσει, θα αργήσετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
voy a llegar tarde
θα αργήσω, θα φτάσω αργά
voy a esperarlos
θα σας περιμένω (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ), θα τους περιμένω
voy a esperarlo
θα τον περιμένω, θα το περιμένω
vestido de noche
βραδινό φόρεμα, βραδινή τουαλέτα
No te apures, No te apresures
Μη βιάζεσαι! (ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ & ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
Quería pedir una cita, Quería pedir hora
Θα ήθελα να κλείσω ένα ραντεβού
pedir (pido) hora para las tres
κλείνω ραντεβού για τις 3 η ώρα
para pedir hora
για να κλείσω ραντεβού
a pesar de su edad
παρά την ηλικία του
el reloj de arena
κλεψύδρα
tomo un descanso
κάνω ένα διάλειμμα
¿Cuándo regresará?
Πότε θα επιστρέψει; Πότε θα γυρίσει;
¿Cuándo va a estar listo?
Πότε θα είναι έτοιμο;
cuando tengas ganas
όταν έχεις όρεξη, όταν θα έχεις όρεξη (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
el viaje en el tiempo
ταξίδι στο χρόνο
al día anterior
την προηγούμενη μέρα
al día siguiente
την επόμενη μέρα, την άλλη μέρα
Antes de llegar tú
Πριν έρθεις
a.C. (antes de Cristo)
π.Χ. (προ Χριστού)
anterior
προηγούμενος
después de comer
μετά το φαγητό
antes de comer
πριν το φαγητό
leo antes de dormir
διαβάζω πριν κοιμηθώ
d.C. (después de Cristo)
μ.Χ. (μετά Χριστό)
el centenario
εκατονταετής, εκατονταετηρίδα
inaugural
εναρκτήριος, των εγκαινίων
veinteañero / veinteañera
εικοσάχρονος / εικοσάχρονη
hubo
υπήρξε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (βοηθητικό ρήμα haber), ήταν (ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑ)
había
υπήρχε (ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ) (βοηθητικό ρήμα haber), ήταν (ΜΕ ΔΙΑΡΚΕΙΑ)
había una vez
μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια φορά
había un hombre
υπήρχε ένας άνθρωπος, ήταν ένας άνθρωπος (ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ)
hubo un hombre
υπήρξε ένας άνθρωπος, ήταν ένας άνθρωπος (ΑΟΡΙΣΤΟΣ - ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑ)
una vez a la semana, una vez por semana
μια φορά την εβδομάδα
la fecha de nacimiento
ημερομηνία γέννησης
la fecha de caducidad
ημερομηνία λήξεως
el / la fulminante
κεραυνοβόλος, αστραπιαίος, αιφνίδιος
va a tardar un poco
θα καθυστερήσει λίγο, θα αργήσει λίγο
voy a tardar un poco
θα καθυστερήσω λίγο
más tarde
αργότερα, πιο ύστερα
Voy a venir más tarde
Θα έρθω αργότερα
la datación
χρονολόγηση (ο προσδιορισμός του χρόνου)
aplazar, aplazo
αναβάλλω
el aplazamiento
αναβολή
la lentitud
βραδύτητα, βραδυπορία
el trimestre
τρίμηνο
la víspera
παραμονή (ΔΗΛΑΔΗ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΡΙΝ), εσπερινός
la Nochevieja, la Víspera de Año Nuevo
Παραμονή Πρωτοχρονιάς, Ρεβεγιόν
la Nochebuena, la víspera de Navidad
παραμονή Χριστουγέννων
el calendario de escritorio
ημερολόγιο γραφείου
el calendario de pared
ημερολόγιο τοίχου
el caso raro
σπάνια περίπτωση
medio tiempo
πάρτ-τάιμ, περιστασιακή εργασία
dese prisa
βιαστείτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
la prórroga
παράταση
un día cualquiera
μια οποιαδήποτε μέρα, μια τυπική μέρα
sigue
εξακολουθεί, συνεχίζει, παραμένει
el temporizador
χρονοδιακόπτης, χρονομετρητής
temporalmente
προσωρινά
renovar, renuevo / reanudar, reanudo
ανανεώνω, ανακαινίζω / ανανεώνω
la extinción de contrato
λήξη της σύμβασης
la quincena
15νθήμερο, δεκαπενθήμερο
la primera quincena
το πρώτο δεκαπενθήμερο
el / la quincenal
δεκαπενθήμερος / δεκαπενθήμερη
a largo plazo
μακροπρόθεσμα, σε βάθος χρόνου
unos días atrás
πριν μερικές μέρες, μερικές μέρες πριν, λίγες μέρες πριν
hasta hace poco
μέχρι πρόσφατα, μέχρι πρότινος
hasta mañana
τα λέμε αύριο, ως αύριο, μέχρι αύριο
la edad temprana
νεαρή ηλικία, μικρή ηλικία
la permanencia
μονιμότητα, παραμονή
la decisión apresurada
βιαστική απόφαση
despacito
σιγα - σιγά
repetidamente
επανειλημμένως, επανειλημμένα (ΕΠΙΡΡΗΜΑ), κατ' επανάληψη
¿Qué fecha?
Ποια ημερομηνία; Πότε;
a la vez, simultáneamente
ταυτόχρονα, συγχρόνως
simultáneo
ταυτόχρονος, σύγχρονος