Level 31 Level 33
Level 32

Προσωπική Αντωνυμία με άμεσο αντικείμενο


110 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
el pronombre personal
προσωπική αντωνυμία
Στην προσωπική αντωνυμία με άμεσο αντικείμενο όταν το αντικείμενο ΕΙΝΑΙ έμψυχο (ΚΑΝΟΝΑΣ)
Είναι απαραίτητη η χρήση της πρόθεσης "a" (ΚΑΝΟΝΑΣ)
Στην προσωπική αντωνυμία με άμεσο αντικείμενο όταν το αντικείμενο ΔΕΝ είναι έμψυχο (ΚΑΝΟΝΑΣ)
Δεν γίνεται χρήση της πρόθεσης "a" (ΚΑΝΟΝΑΣ)
saludar (a), saludo (a)
χαιρετώ (τον / την)
Saluda a ... de mi parte
Χαιρετίσματα στον... ...από μέρους μου
admirar (a), admiro (a)
θαυμάζω (τον / την)
ver (a), veo (a)
βλέπω (τον / την) (αγγλικά = watch, ΟΧΙ το see)
visitar (a), visito (a)
επισκέπτομαι (τον / την)
querer (a), quiero (a)
θέλω (τον / την), αγαπώ (τον / την)
amar (a), amo (a), quierer (a), quiero (a)
αγαπώ (τον / την)
esperar (a), espero (a)
περιμένω (τον / την), ελπίζω
llamar (a), llamo (a)
καλώ (τον / την), φωνάζω (τον / την), ονομάζω (τον / την), τηλεφωνώ (στον / στην)
paseo al perro
βγάζω βόλτα τον σκύλο
acariciar (a), acaricio (a)
χαϊδεύω (τον / την)
conocer (a), conozco (a)
γνωρίζω (τον / την)
oír (a), oigo (a), escuchar (a), escucho (a)
ακούω (τον / την)
matar (a), mato (a)
σκοτώνω (τον / την)
vi a (alguien)
είδα τον / την (κάποιον)
mentir (a), miento (a)
ψεύδομαι, λέω ψέματα (στον / στην)
recordar (a), recuerdo (a)
θυμάμαι (τον / την), θυμίζω, υπενθυμίζω
alimentar (a), alimento (a)
ταΐζω (τον / την)
cuidar (a), cuido (a)
προσέχω (τον / την), φροντίζω (τον / την) (κάποιον άλλο) (ΟΧΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ)
ayudar (a), ayudo (a)
βοηθάω (τον / την)
preguntar (a), pregunto (a)
ρωτώ (τον / την)
abrazar (a), abrazo (a)
αγκαλιάζω (τον / την)
besar (a), beso (a)
φιλώ (τον / την)
consolar (a), consuelo (a)
παρηγορώ (τον / την)
aconsejar (a), aconsejo (a)
συμβουλεύω (τον / την)
bañar (a), baño (a)
λούζω (τον / την), κάνω μπάνιο (ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΛΛΟ) (τον / την)
regalar (a), regalo (a)
χαρίζω (σε / στον / στην), δωρίζω
entregar (a), entrego (a)
παραδίδω (σε / στον / στην)
perdonar (a), perdono (a)
συγχωρώ (τον / την)
creer (a/en), creo (a/en)
πιστεύω (σε / στον / τον / την), νομίζω
acusar (a), acuso (a)
κατηγορώ (τον / την), καταγγέλω
liberar (а), libero (а)
ελευθερώνω (τον / την), απελευθερώνω (τον / την)
buscar (al), busco (al)
ψάχνω (τον / την), αναζητώ
hablé (a / con)
μίλησα (στον, στην / με)
golpear (a), golpeo (a)
χτυπώ (τον / την) (ΚΑΠΟΙΟΝ - ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ) (ΟΧΙ ΚΟΥΔΟΥΝΙ)
informar (a), informo (a), comunicar (a), comunico (a)
ενημερώνω (τον / την)
decepcionar (a), decepciono (a)
απογοητεύω (τον / την)
le dije a
είπα στον, είπα στην
le dije a él / le dije a ella
του είπα / της είπα
servir (a), sirvo (a)
υπηρετώ, εξυπηρετώ, σερβίρω (τον / την)
está sirviendo a un cliente
εξυπηρετεί έναν πελάτη (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ) (ΟΧΙ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΓΟΡΑΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ πχ σε εστιατόρια κλπ)
está atendiendo a un cliente
εξυπηρετεί έναν πελάτη (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ) (ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΓΟΡΑΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ πχ σε βιβλιοπωλεία, καταστήματα κλπ)
odiar (a), odio (a)
μισώ (τον / την), σιχαίνομαι (τον / την)
invitar (a), invito (a)
προσκαλώ (τον / την), κερνώ (τον / την)
advertir (a), advierto (a)
προειδοποιώ (τον / την)
apoyar (a), apoyo (a)
στηρίζω (τον / την)
emocionar (a), emociono (a), conmover (a), conmuevo (a)
συγκινώ (τον / την)
recomendar (a), recomiendo (a)
συνιστώ, συστήνω (στον / στην / σε), προτείνω
despierto al niño
ξυπνώ το παιδί
estoy esperando a unos amigos
περιμένω φίλους (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ), περιμένω κάτι φίλους
contestar (a), contesto (a), responder (a), respondo (a)
απαντώ (σε / στον / στην)
está paseando al perro
βγάζει βόλτα τον σκύλο (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
paseo al bebé
βγάζω βόλτα το μωρό
envidiar (a), envidio (a)
ζηλεύω (τον / την)
¿A quién esperas?
Ποιον περιμένεις;
denunciar (a), denuncio (a)
καταγγέλω (τον / την)
obligar (a), obligo (a)
υποχρεώνω, αναγκάζω, εξαναγκάζω, επιβάλλω (τον / την) (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ coercer, coerzo)
salvar (a), salvo (a), guardar (a), guardo (a)
σώζω (τον / την)
insultar (a), insulto (a), ofender (a), ofendo (a)
προσβάλλω, βρίζω (τον / την)
despedir (a), despido (a)
αποχαιρετώ (κάποιον που φεύγει, ενώ εγώ μένω), ξεπροβοδίζω, απολύω (τον / την)
pedir (a), pido (a)
ζητώ, παραγγέλνω (από τον / από την)
pedir a alguien, pido a alguien
ζητώ από κάποιον
avisar (a), aviso (a)
ειδοποιώ (τον / την)
presionar (a), presiono (a)
πιέζω (τον / την)
proteger (a), protejo (a)
προστατεύω (τον / την)
acusó (a)
κατηγόρησε (τον / την)
censurar (a), censuro (a)
επικρίνω (τον / την), λογοκρίνω, επιπλήττω, βάζω τις φωνές, κατσαδιάζω
entorpecer (a), entorpezco (a)
παρεμποδίζω (τον / την)
detener (a), detengo (a), arrestar (a), arresto (a)
συλλαμβάνω, φυλακίζω (τον / την)
deportar (a), deporto (a)
απελαύνω (τον / την)
desafiar (a), desafío (a)
προκαλώ (κάποιον - τον / την) (ΟΧΙ ΕΙΜΑΙ Η ΑΙΤΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΙ), αψηφώ
absolver (a), absuelvo (a)
απαλάσσω, αθωώνω (τον / την)
imitar (a), imito (a)
μιμούμαι (τον / την)
refuerza (a)
ενισχύει, δυναμώνει (τον / την)
reforzar (a), refuerzo (a)
δυναμώνω (τον / την)
ahogar (a,) ahogo (a)
πνίγω (τον / την)
criticar (a), critico (a)
κριτικάρω, κατακρίνω, κρίνω (τον / την)
prohibir (a), prohibo (a)
απαγορεύω (στον / στην)
fascinar (a), fascino (a)
συναρπάζω (τον / την)
exigir (a), exijo (a), requerir, requiero
απαιτώ (από τον / από την)
mirar (a), miro (a)
κοιτώ, κοιτάζω (τον /την)(αγγλικά = see, ΟΧΙ το watch)
enfurecer (a), enfurezco (a)
εξοργίζω, εξαγριώνω, κάνω έξω φρενών, εκνευρίζω (τον / την)
enfureció (a)
εξόργισε (τον / την)
llamé al técnico
κάλεσα τον τεχνικό, φώναξα τον τεχνικό
molestar a los vecinos
ενοχλώ τους γείτονες (ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ)
molestar (a), molesto (a)
ενοχλώ (τον / την)
multar (a), multo (a)
επιβάλλω πρόστιμο (στον / στην)
recurrir (a), recurro (a)
καταφεύγω, προσφεύγω (στον / στην)
¡Llame a la policía!
Φώναξε την αστυνομία!
potenciar (a), potencio (a), reforzar, refuerzo, fortalecer, fortalezco
ενισχύω (τον/την), προάγω, ενθαρρύνω, προωθώ
asustar (a), asusto (a)
φοβίζω, εκφοβίζω, τρομάζω, αποκαρδιώνω, αποθαρρύνω, σκιάζω (τον / την)
envenenar (a), enveneno (a)
δηλητηριάζω (τον / την)
sustituir (a), sustituyo (a), reemplazar, reemplazo
αντικαθιστώ (τον / την)
sustituye (a)
αντικαθιστά (τον / την)
seducir (a), seduzco (a)
γοητεύω, σαγηνεύω, αποπλανώ, ξελογιάζω, κατακτώ (ερωτικά) (τον / την)
fiar (a), fío (a)
εμπιστεύομαι κάτι (σε / στον / στην), πωλώ επί πιστώσει
despreciar (a), desprecio (a), desdeñar (a), desdeño (a)
περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την)
corregir (a), corrijo (a), revisar, reviso, rectificar, rectifico
διορθώνω (τον /την)
involucrar (a), involucro (a)
εμπλέκω, μπλέκω, ανακατεύω (κάποιον, κάπου) (τον / την)
escupir (a), escupo (a)
φτύνω (τον / την)
domar (a), domo (a)
δαμάζω, τιθασεύω (τον / την / το)
domesticar (a), domestico (a)
εξημερώνω (τον / την / το)
espiar (a), espío (a)
κατασκοπεύω (τον / την)
adoptar (a), adopto (a)
υιοθετώ (τον / την / το / ένα)
ridiculizar (a), ridiculizo (a)
γελοιοποιώ (τον / την)
convencer (a), convenzo (a), persuadir (a), persuado (a)
πείθω (τον / την)
defender (a), defiendo (a)
αμύνομαι, υπερασπίζομαι (τον /την)