Level 26 Level 28
Level 27

Γνώμη, Άποψη & Κριτική


242 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la opinión
γνώμη, άποψη
la opinión personal
προσωπική άποψη, προσωπική γνώμη
criticar (a), critico (a)
κριτικάρω, κατακρίνω, κρίνω (τον / την)
La crítica de cine
Η κριτική μιας ταινίας
el crítico
κριτικός (ΟΧΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ)
¿Qué opinas sobre... ? ¿Qué piensas sobre... ?
Τι γνώμη έχεις για... Τι πιστεύεις για...
me parece
μου φαίνεται, έχω την γνώμη, πιστεύω ότι
en mi opinión
κατά την γνώμη μου, κατά την άποψή μου
juzgar, juzgo
δικάζω, κρίνω
el clamor popular
λαϊκή κατακραυγή
creo que
πιστεύω ότι
no te creo
δεν σε πιστεύω
no creo
δεν πιστεύω, δεν νομίζω
Creo que es muy importante
Πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό
(no) creo en la astrología
(δεν) πιστεύω στην αστρολογία
no lo creo
δεν το πιστεύω, δεν νομίζω
creer (a/en), creo (a/en)
πιστεύω (σε / στον / τον / την), νομίζω
más de lo que piensas
περισσότερο από όσο νομίζεις
la gente que cree saberlo todo y no acepta opinion de nadie
οι άνθρωποι που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και δεν δέχονται τη γνώμη κανενός
acordar , acuerdo
συμφωνώ
Estoy de acuerdo de que
συμφωνώ ότι, συμφωνώ με το ότι
acuerdo
συμφωνία, συμφωνώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
acuerdan
συμφωνούν
el desacuerdo
διαφωνία
estoy en desacuerdo, no estoy de acuerdo
διαφωνώ, δεν συμφωνώ
coincidir, coincido
συμπίπτω, συμφωνώ
aceptar, acepto
δέχομαι
no acepto
δεν δέχομαι
la aceptación
αποδοχή
la censura
λογοκρισία, αποδοκιμασία, απαρέσκεια, επίκριση
la desaprobación, la censura
αποδοκιμασία
la objeción
αντίρρηση, ένσταση
no tengo objeción / no tengo ninguna objeción
δεν έχω αντίρρηση / δεν έχω καμία αντίρρηση
autorizar, autorizo
εξουσιοδοτώ, εγκρίνω
autoriza
εξουσιοδοτεί, εγκρίνει
ha aprobado
ενέκρινε (έχει εγκρίνει)
aprobar, apruebo (el examen)
εγκρίνω, περνάω (τις εξετάσεις)
correctamente, justamente
σωστά
correcto, justo
σωστός, σωστό
justo
δίκαιος, σωστός, σωστό
la respuesta correcta
σωστή απάντηση
no es correcto, no es apropiado
δεν είναι σωστό
error, falta, fallo
λάθος
me equivoqué
έκανα λάθος
está mal, es incorrecto, está equivocado
είναι λάθος
¿Me equivoco?
Κάνω λάθος;
¿Verdad?
Σωστά; Έτσι; Έτσι δεν είναι; (ΕΡΩΤΗΣΗ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗΣ)
así así
έτσι κι έτσι
así es
έτσι είναι
no es para tanto
όχι κι έτσι, με τίποτα, δεν είναι και ότι χειρότερο
saber, sé
ξέρω
no sé
δεν ξέρω
pensar (en), pienso (en)
σκέφτομαι (τον / την / το)
pensé
σκέφτηκα
pensamos
σκεφτόμαστε, σκεφτήκαμε
la lástima, la pena
κρίμα
qué pena
τι κρίμα, κρίμα
no importa
δεν πειράζει
lo más importante
το πιο σημαντικό
no es importante
δεν είναι σημαντικό
significativo, importante
σημαντικός, σπουδαίος / σημαντική, σπουδαία
corregir (a), corrijo (a), revisar, reviso, rectificar, rectifico
διορθώνω (τον /την)
que me corrijas cuando me equivoque
να με διορθώνεις όταν κάνω λάθος (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
me encanta que me corrijas
μου αρέσει να με διορθώνεις (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
repasar, repaso
ξαναπερνάω, διορθώνω, ελέγχω αν υπάρχει λάθος
el concurso de belleza
διαγωνισμός ομορφιάς, καλλιστεία
el concurso, la contienda
διαγωνισμός
competir, compito
συναγωνίζομαι, διαγωνίζομαι
el concurso de televisión
τηλεοπτικός διαγωνισμός, τηλεπαιχνίδι
el consejero, el consultor, el asesor
σύμβουλος
la consulta, el consejo, el asesoramiento
συμβουλή
aconsejar (a), aconsejo (a)
συμβουλεύω (τον / την)
consultarse, me consulto, consultar, consulto
συμβουλεύομαι
el consejo
συμβούλιο, συμβουλή
preguntaré
θα ρωτάω, θα ρωτήσω
la pregunta, pregunta
ερώτηση, απορία, ρωτάει, ρωτάτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), ρώτα! ρώτησε!
expresar, expreso
εκφράζω
tienen diferentes puntos de vista
έχουν διαφορετικές απόψεις
tienen los mismos puntos de vista
έχουν τις ίδιες απόψεις
demostrado
αποδεδειγμένος, επιβεβαιωμένος
el juicio
δίκη
tener razón, tengo razón
έχω δίκιο
injusto
άδικος
es una injusticia
είναι αδικία, είναι άδικο
está bien, es justo
είναι σωστό, είναι δίκαιο
el derecho
το δίκαιο, δικαίωμα, δεξιά, το δεξί, ευθεία, ίσια
quizá, tal vez
ίσως
tal vez sea mejor así, quizá sea mejor así
ίσως είναι καλύτερα έτσι (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
tal vez más tarde
ίσως αργότερα
tal vez vaya
ίσως να πάω, ίσως να πάει (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
seguramente
σίγουρα
estoy seguro
είμαι σίγουρος
no estoy seguro
δεν είμαι σίγουρος
dubitativo
αβέβαιος (ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ), όχι σίγουρος
de cierto
στα σίγουρα (ΟΧΙ ΣΚΕΤΟ ΣΙΓΟΥΡΑ), βεβαίως, βέβαια
probable, posible
πιθανός / πιθανή / πιθανό
la probabilidad
πιθανότητα (ΟΧΙ eventualidad, posibilidad)
es muy probable
είναι πολύ πιθανόν
la posibilidad
δυνατότητα, πιθανότητα (ΟΧΙ eventualidad, probabilidad)
probablemente
πιθανόν, ενδεχομένως
podríamos
θα μπορούσαμε
podrías
θα μπορούσες
si puedas
αν μπορείς (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
si
αν, μα...
en ningún caso
σε καμία περίπτωση
el caso raro
σπάνια περίπτωση
el razón
το δίκιο, ο λόγος, η λογική
tiene razón
έχετε δίκιο (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), έχει δίκιο
¡Bien dicho!
Σωστά! Καλά τα λες (...τα λέει κλπ)
el / la justificable
δικαιολογημένος / δικαιολογημένη / δικαιολογημένο
justificar, justifico
δικαιολογώ
la comprensión
κατανόηση
el / la comprensible
κατανοητός / κατανοητή / κατανοητό
no entiendo, no comprendo
δεν καταλαβαίνω
nadie sabe
κανείς δεν ξέρει
la confianza
εμπιστοσύνη
confío en ti
σε εμπιστεύομαι, σου έχω εμπιστοσύνη
la falta de confianza
έλλειψη εμπιστοσύνης
tener confianza, tengo confianza
έχω εμπιστοσύνη
el / la confidencial
εμπιστευτικός / εμπιστευτική / εμπιστευτικό, απόρρητο
la verdad
αλήθεια
la mentira, la paja (paja ως ιδιωματισμός)
το ψέμα
son mentiras
είναι ψέματα
mentir (a), miento (a)
ψεύδομαι, λέω ψέματα (στον / στην)
que te mientan cuando ya sabes la verdad
που σου λένε ψέματα ενώ ήδη ξέρεις την αλήθεια
¿Por qué me mentiste?
Γιατί μου είπες ψέματα;
es verdad
είναι αλήθεια
de verdad
όντως, στα αλήθεια, πραγματικά, αληθινός (-η, -ο)
para decir la verdad
για να πω την αλήθεια
conocer (a), conozco (a)
γνωρίζω (τον / την)
lógico
λογικό, λογικός
la lógica
λογική
racional
ορθολογικό, λογικό
irracional, absurdo
παράλογος, παράλογο
la evidencia
απόδειξη (αποδεικτικό στοιχείο), μαρτυρία
sinceramente, francamente
ειλικρινώς, ειλικρινά
la sinceridad
ειλικρίνεια
sincero, franco
ειλικρινής
no soy capaz de
δεν είμαι σε θέση να
no es possible
δεν είναι δυνατόν
la documentación
πιστοποίηση, τεκμηρίωση
no creo que haya salido
δεν πιστεύω να έχει φύγει, δεν πιστεύω να έφυγε (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ) (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
en cada caso
σε κάθε περίπτωση
en caso de que, si acaso
σε περίπτωση που
el / la testigo
μάρτυρας
el testigo presencial
αυτόπτης μάρτυρας
jurar, juro
ορκίζομαι
el juramento
όρκος
por la misma razón
για τον ίδιο λόγο
por ninguna razón
για κανένα λόγο
la razón de no (+infinitivo)
ο λόγος που δεν (+απαρέμφατο)
inocente
αθώος / αθώα
el / la culpable
ένοχος / ένοχη
la culpa, la culpabilidad
ενοχή, σφάλμα, φταίξιμο, υπαιτιότητα
no es culpa mía
δεν φταίω εγώ, δεν είναι δικό μου φταίξιμο
a causa de, por
εξαιτίας
por tí, por tu causa, por tu culpa, por causa de tí, por causa tuya
εξαιτίας σου
la injusticia
η αδικία
el / la injustificable
αδικαιολόγητος / αδικαιολόγητη / αδικαιολόγητο
la excusa, la justificación, el pretexto
δικαιολογία, πρόσχημα, πρόφαση, πρόσχημα
mejor
καλύτερα (επίρρημα), καλύτερος, καλύτερο
peor
χειρότερα (επίρρημα), χειρότερος, χειρότερο
el óptimo
άριστος, βέλτιστος, ο καλύτερος δυνατός
aplaudir, aplaudo
χειροκροτώ
el aplauso
χειροκρότημα, παλαμάκια
a favor
υπέρ
estoy a favor
είμαι υπέρ
estoy en contra
είμαι κατά (εναντίον)
contra
εναντίον, κατά, αντί
no tengo nada en contra
δεν έχω τίποτα εναντίον
oponerse, me opongo
αντιτίθεμαι, αντιτάσσομαι, εναντιώνομαι, διατυπώνω αντιρρήσεις
reaccionar, reacciono
αντιδρώ
abogar, abogo
συνηγορώ, υποστηρίζω
acusar (a), acuso (a)
κατηγορώ (τον / την), καταγγέλω
la acusación
κατηγορία (πχ σε δικαστήριο) (ΟΧΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ, ΕΙΔΟΥΣ, ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ), καταγγελία, μήνυση
están acusados
κατηγορούνται
acusó (a)
κατηγόρησε (τον / την)
suponer, supongo, asumir, asumo
υποθέτω
supone, asume
υποθέτει
el asunto personal
προσωπικό θέμα / προσωπική υπόθεση
el condenado
κατάδικος, καταδικασμένος
rechazar, rechazo
απορρίπτω
rechaza
απορρίπτει
lo que pasó pasó, lo hecho está hecho
ό,τι έγινε έγινε (ως ΕΚΦΡΑΣΗ)
puede empeorar la situación
μπορεί να χειροτερέψει την κατάσταση
me interesa
με ενδιαφέρει
el / la interesante
ενδιαφέρων / ενδιαφέρουσα
interesar, intereso
ενδιαφέρω
interesarse, me intereso
ενδιαφέρομαι
Estamos interesados en...
Ενδιαφερόμαστε για...
¿Cuál es la diferencia?
Ποιά η διαφορά; Ποιά είναι η διαφορά;
se opone
αντιτίθεται, αντιτάσσεται, εναντιώνεται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
no te conviene
δεν σε συμφέρει
no estoy de acuerdo
δεν είμαι σύμφωνος
estoy de acuerdo
είμαι σύμφωνος
ξέρω
esperar (a), espero (a)
περιμένω (τον / την), ελπίζω
apoyar (a), apoyo (a)
στηρίζω (τον / την)
mentiroso
ψεύτης
miente
λέει ψέματα, ψεύδεται
insinuar, insinúo
υπαινίσσομαι, υπονοώ
Te lo he dicho
Σου το είπα, Στο είπα, Στό 'πα, Στο έχω πει (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ)
inédito
αδημοσίευτο, ακυκλοφόρητο, ανέκδοτο (που δεν έχει εκδοθεί), πρωτοφανής
la inspección
επιθεώρηση (ΟΧΙ Η ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ)
inspeccionar, inspecciono
επιθεωρώ
controlar, controlo
ελέγχω
verificar, verifico
εξακριβώνω, επαληθεύω, ελέγχω
el apoyo, apoyo
υποστήριξη, στήριξη, υποστηρίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα), συμπαράσταση
potenciar (a), potencio (a), reforzar, refuerzo, fortalecer, fortalezco
ενισχύω (τον/την), προάγω, ενθαρρύνω, προωθώ
refuerza (a)
ενισχύει, δυναμώνει (τον / την)
diferir, difiero
διαφέρω, διαφωνώ, διίσταμαι
las reacciones sociales
κοινωνικές αντιδράσεις, αντιδράσεις της κοινωνίας
la rabia
οργή, λύσσα (ΚΑΙ ΩΣ ΑΡΡΩΣΤΙΑ)
imponer, impongo
επιβάλλω, επικρατώ
imponerse, me impongo
επιβάλλομαι
se impone
επικρατεί, επιβάλλεται
un asunto trivial, una cuestión trivial
ένα ασήμαντο θέμα, ένα ασήμαντο ζήτημα, ψύλλου πήδημα (μεταφορικά)
el elogio
έπαινος, εγκώμιο, αίνος
elogioso
επαινετικός, κολακευτικός, εγκωμιαστικός
1. la feroz crítica / 2. la dura crítica
1. αυστηρή κριτική, δριμεία κριτική / 2. σκληρή κριτική
te equivocas
κάνεις λάθος
se equivoca
κάνει λάθος
Si no me equivoco
Αν δεν κάνω λάθος
equivocar, equivoco
σφάλω, κάνω λάθος, απατώμαι
el / la indudable
αναμφίβολος, αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος, ξεκάθαρος (ΟΧΙ indiscutible)
convencer (a), convenzo (a), persuadir (a), persuado (a)
πείθω (τον / την)
la postura
θέση, τοποθέτηση, στάση (ΓΙΑ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ)
contradictorio
αντιφατικός, αντιφατικό
la contradicción
αντίφαση, αντίθεση, ανακολουθία
el comentario, la anotación
σχόλιο
los comentarios ofensivos
προσβλητικά σχόλια
los comentarios provocativos
προκλητικά σχόλια
comentar, comento
σχολιάζω
el comentador, el anotador
σχολιαστής
describir, describo
περιγράφω
la descripción
περιγραφή
describa
περιγράψτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
description de una imagen
περιγραφή μιας εικόνας
vistoso
γραφικός (σε περιγραφές)
al contrario
αντιθέτως, αντίθετα
¡Venga ya! / ¡Venga hombre!
ΣΕ ΑΡΓΚΟ εκφράζοντας αμφισβήτηση: Σιγά! Σώπα ρε! Έλα ρε! Ναι καλά μας έπεισες
el concepto erróneo
παρανόηση, εσφαλμένη αντίληψη, εσφαλμένη άποψη