Level 25 Level 27
Level 26

Προσωπικά


272 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
personalmente
προσωπικά (επίρρημα)
el asunto personal
προσωπικό θέμα / προσωπική υπόθεση
los datos personales
προσωπικά δεδομένα, προσωπικά στοιχεία (πχ ταυτότητας)
la cara, el rostro
πρόσωπο
la expresión facial
έκφραση του προσώπου
yo mismo
εγώ ο ίδιος
yo
εγώ (προσωπική αντωνυμία)
el carácter
χαρακτήρας
la personalidad
προσωπικότητα
describir, describo
περιγράφω
ser, soy
είμαι (μόνιμο)
estar, estoy
είμαι, βρίσκομαι (προσωρινό)
soy de Grecia
είμαι από την Ελλάδα
estoy ocupado
είμαι απασχολημένος
tener prisa, tengo prisa
βιάζομαι
estoy contento
είμαι ευχαριστημένος
soy griego
είμαι έλληνας
estoy enamorado de
είμαι ερωτευμένος με
estoy enfadado (enojado, resentido)
είμαι θυμωμένος, είμαι νευριασμένος
estoy en contra
είμαι κατά (εναντίον)
yo soy...
είμαι ο / η ...
estoy satisfecho
είμαι ικανοποιημένος
estoy descontento
είμαι δυσαρεστημένος
estoy seguro
είμαι σίγουρος
estoy a favor
είμαι υπέρ
querer (a), quiero (a)
θέλω (τον / την), αγαπώ (τον / την)
tener, tengo
έχω, κρατώ
poder, puedo
μπορώ
creer (a/en), creo (a/en)
πιστεύω (σε / στον / τον / την), νομίζω
hablar (con) (de), hablo (con) (de)
μιλώ (με) (για)
oír (a), oigo (a), escuchar (a), escucho (a)
ακούω (τον / την)
en mi opinión
κατά την γνώμη μου, κατά την άποψή μου
me gusta, me encanta
μου αρέσει
me gustó
μου άρεσε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
me gusta la tranquilidad
μου αρέσει η ησυχία
me gusta aprender las lenguas extranjeras
μου αρέσει να μαθαίνω ξένες γλώσσες
escucho música
ακούω μουσική
hacer, hago
κάνω
tomo el sol
κάνω ηλιοθεραπεία
me doy un baño
κάνω ένα μπάνιο
ducharse, me ducho
κάνω ντούς
hago la compra, hago las compras
κάνω τα ψώνια (τα καθημερινά για το σπίτι)
hago mis deberes
κάνω τις εργασίες μου (τα μαθήματα μου)
sentir, siento
αισθάνομαι, νιώθω, λυπάμαι
temer, temo, tener miedo, tengo miedo
φοβάμαι
saber, sé
ξέρω
no sé
δεν ξέρω
esperar (a), espero (a)
περιμένω (τον / την), ελπίζω
estoy de vacaciónes
είμαι σε διακοπές, έχω άδεια (διακοπών)
he estado
έχω πάει (έχω βρεθεί εκεί), έχω υπάρξει (προσωρινό)
tener ganas (de), tengo ganas (de)
έχω όρεξη (να, για), έχω διάθεση (να, για)
el dolor de cabeza
πονοκέφαλος, κεφαλαλγία
tengo fiebre
έχω πυρετό
tengo el día libre
έχω ρεπό
¿Puedo probar?
Μπορώ να δοκιμάσω;
¿Puedo sentarme? ¿Me puedo sentar?
Μπορώ να καθίσω;
¿Puedo sentarme aquí? ¿Me puedo sentar aquí?
Μπορώ να καθίσω εδώ;
puedo entender si habla despacio y con claridad
μπορώ να καταλάβω αν μιλάτε αργά και καθαρά
¿Puedo preguntar algo?
Μπορώ να ρωτήσω κάτι;
¿Puedo pasar?
Μπορώ να περάσω;
¿Le puedo preguntar?
Μπορώ να σας ρωτήσω;
dar, doy
δίνω
tomar, tomo
παίρνω (πιο πολύ με τα χέρια, όχι τόσο σε αφηρημένες έννοιες), τρώω, πίνω, βγάζω (βγάζω ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ)
tocar (al), toco (al)
πιάνω, αγγίζω, παίζω μουσικό όργανο
creo que
πιστεύω ότι
aprender, aprendo
μαθαίνω
leer, leo
διαβάζω
leo libros
διαβάζω βιβλία
leo una revista
διαβάζω ένα περιοδικό
leo un periódico
διαβάζω μια εφημερίδα
escuchar, escucho
ακούω (παρακολουθώ ακούγοντας) (αγγλικά = listen)
comprendo español peró no se hablarlo muy bien
καταλαβαίνω ισπανικά αλλά δεν τα μιλάω πολύ καλά
trabajar, trabajo
δουλεύω
trabajo en (un)...
δουλεύω σε (ένα)...
trabajo en una oficina
δουλεύω σε ένα γραφείο
trabajo en una tienda
δουλεύω σε ένα μαγαζί, δουλειά σε ένα μαγαζί
trabajo en un hospital
δουλεύω σε ένα νοσοκομείο
trabajo en un hotel
δουλεύω σε ένα ξενοδοχείο
trabajo en una empresa
δουλεύω σε μία επιχείρηση / εταιρία
trabajo en el ordenador
δουλεύω στον υπολογιστή
intentar, intento
προσπαθώ
acabar, acabo, terminar, termino
τελειώνω
empezar, empiezo, comenzar, comienzo
αρχίζω
tengo estrés
έχω άγχος
estoy cansado
είμαι κουρασμένος
intentaré, voy a intentar
θα προσπαθήσω
no tengo tiempo
δεν έχω χρόνο, δεν προλαβαίνω
no he estado
δεν έχω πάει (δεν έχω βρεθεί εκεί)
no hay problema
κανένα πρόβλημα, δεν υπάρχει πρόβλημα
tener hambre, tengo hambre
πεινάω, πεινώ
tener sed, tengo sed
διψώ
tener calor, tengo calor, calentarse, me caliento
ζεσταίνομαι
tener frio, tengo frio, enfriarse, me enfrío
κρυώνω
tener sueño, tengo sueño
νυστάζω
aburrirse, me aburro
βαριέμαι, πλήττω
lo siento
λυπάμαι (για αυτό)
lo siento mucho
λυπάμαι πολύ
disculpe no puedo
λυπάμαι δεν μπορώ (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
disculpa que, siento
λυπάμαι που (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ Η ΠΡΩΤΗ ΛΕΞΗ)
he aprendido hasta ahora cerca de ocho mil palabras
έχω μάθει μέχρι στιγμής περίπου οχτώ χιλιάδες λέξεις
conocer (a), conozco (a)
γνωρίζω (τον / την)
salir, salgo
βγαίνω, φεύγω, αναχωρώ
salgo de casa
φεύγω (βγαίνω) απ' το σπίτι
venir, vengo
έρχομαι
alegrarse, me alegro
χαίρομαι
no sé qué hacer
δεν ξέρω τι να κάνω
no puedo bajar de peso
δεν μπορώ να χάσω βάρος
me gusta despertarme tarde
μου αρέσει να ξυπνάω αργά
me gusta el café por las mañanas
μου αρέσει ο πρωινός καφές
no estoy listo
δεν είμαι έτοιμος
no estoy bien
δεν είμαι καλά, δεν αισθάνομαι καλά
veo una película
βλέπω μια ταινία
veo la tele, veo la televisión
βλέπω τηλεόραση
miro vídeos
βλέπω βίντεο (πληθυντικός)
juego a los videojuegos
παίζω βιντεοπαιχνίδια
toco música
παίζω μουσική
no estoy listo todavía
δεν είμαι ακόμα έτοιμος
no estoy seguro
δεν είμαι σίγουρος
no estoy de acuerdo
δεν είμαι σύμφωνος
estoy acostumbrado (a)
είμαι συνηθισμένος (σε / να)
no tengo suficiente dinero
δεν έχω αρκετά χρήματα
no me lo esperaba
δεν το περίμενα
no me lo esperaba para nada
δεν το περίμενα με τίποτα
lo prometo
το υπόσχομαι
no lo creo
δεν το πιστεύω, δεν νομίζω
pedir (a), pido (a)
ζητώ, παραγγέλνω (από τον / από την)
me siento (encuentro) bien
αισθάνομαι καλά
me siento (encuentro) mal
αισθάνομαι άσχημα
no quiero
δεν θέλω
recordar (a), recuerdo (a)
θυμάμαι (τον / την), θυμίζω, υπενθυμίζω
no me acuerdo (de), no recuerdo (de)
δεν θυμάμαι (τον, την, το)
no acepto
δεν δέχομαι
estoy lejos (de)
είμαι μακριά (από)
estoy cerca (de)
είμαι κοντά (σε, στο)
no me gusta, no me encanta
δεν μου αρέσει
no me gustó
δεν μου άρεσε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
me olvidé
ξέχασα (= ξέχασα κάποια ανάμνηση, πχ ξέχασα αυτό που μου είχες πει. ΟΧΙ ΚΑΠΟΙΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ)
lo sé
το ξέρω
no lo sé
δεν το ξέρω
no tengo
δεν έχω
no me interesa
δεν με ενδιαφέρει
me da lo mismo, me da igual
το ίδιο μου κάνει, δεν με νοιάζει
estaré aquí, voy a estar aquí
θα είμαι εδώ
estaré allí, voy a estar allí
θα είμαι εκεί
iré, voy a ir
θα πάω
estoy a dieta
κάνω δίαιτα, είμαι σε δίαιτα
necesito ayuda
χρειάζομαι βοήθεια
necesito un poco más de tiempo
χρειάζομαι λίγο χρόνο ακόμα
doler, duelo
πονώ κάποιον, προκαλώ πόνο
me duele
με πονάει
ir (a/al), voy (a/al)
πηγαίνω (στο), πάω (στο)
quiero ir
θέλω να πάω
quiero cortarme el pelo
θέλω να κουρευτώ
no tengo dinero
δεν έχω χρήματα / λεφτά
olvidar, olvido, olvidarse, me olvido
ξεχνώ, ξεχνιέμαι
me da corte
ντρέπομαι (να κάνω κάτι)
cansarse, me canso
κουράζομαι
pensar (en), pienso (en)
σκέφτομαι (τον / την / το)
estoy aburrido
βαριέμαι (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ), νοιώθω να βαριέμαι τώρα
soy aburrido
είμαι βαρετός
el cigarrillo
τσιγάρο, τσιγαράκι
el encendedor, el mechero
αναπτήρας
fui
ήμουν (μόνιμο), πήγα (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
hice
έκανα (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
hacía
έκανα, έκανε (ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ), έκαμνα, έκαμνε
comí
έφαγα
vine
ήρθα
di
έδωσα, πες!
bebí, tomé, me bebí
ήπια
oí, escuché
άκουσα
dije
είπα
escribí
έγραψα
vi
είδα
pensé
σκέφτηκα
pregunté
ρώτησα
entendí, comprendí
κατάλαβα
me senté
έκατσα, κάθησα
leí
διάβασα
me enteré que
έμαθα ότι (ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ)
he terminado
έχω τελειώσει, τέλειωσα (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ)
estoy terminando
τελειώνω (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
no tengo nada en contra
δεν έχω τίποτα εναντίον
no es nada personal
δεν είναι τίποτα προσωπικό
quiero decir (que)
εννοώ, θέλω να πω (ότι)
tengo mucha hambre
πεινάω πολύ
tengo un examen
έχω εξετάσεις
me parece
μου φαίνεται, έχω την γνώμη, πιστεύω ότι
irse, me voy
φεύγω
madrugar, madrugo
ξυπνάω νωρίς, ξενυχτάω, ξημερώνομαι
me levanto muy temprano
σηκώνομαι πολύ νωρίς
quitarse, me quito
βγάζω (τα ρούχα μου)
sacar, saco
βγάζω (πχ τα σκουπίδια) (ΟΧΙ ΡΟΥΧΑ)
no puedo
δεν μπορώ
no me ha gustado
δεν μου έχει αρέσει, δεν μου άρεσε (ΣΕ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟ)
no me molesta
δεν με ενοχλεί, δεν με πειράζει
me ocupo de
ασχολούμαι με
me ocupa mucho tiempo
μου τρώει πολύ χρόνο
me puede necesitar
μπορεί να μου χρειαστεί (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
tengo cuarenta y tres años
είμαι σαράντα τριών χρονών
me gusta mucho
μου αρέσει πολύ
no me he decidido todavía
δεν έχω αποφασίσει ακόμα
tener plan, tengo plan
έχω κανονίσει κάτι (ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΟ), είναι κανονισμένο, έχω κάποιο σχέδιο
citarse con, me cito con
κανονίζω να συναντηθώ με, κανονίζω μια συνάντηση, κλείνω ραντεβού
quedarse con, me quedo con
έχω κανονίσει με (κάτι ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ)
charlar, charlo
κουβεντιάζω, συζητώ (ΟΧΙ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ)
he venido andando
ήρθα περπατώντας (έχω έρθει περπατώντας)
me pongo nervioso
αγχώνομαι
he tardado
καθυστέρησα (έχω καθυστερήσει) (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ), έχω αργήσει
he traído
έφερα, έχω φέρει (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ)
fui de vacaciones
πήγα διακοπές, ήμουν σε διακοπές
estoy bien
είμαι καλά
tengo la impresión de que
έχω την εντύπωση ότι
no pude, (no he podido)
δεν μπόρεσα, (δεν έχω μπορέσει)
quiero ser
θέλω να είμαι, θέλω να γίνω
me quedaré
θα μείνω, θα παραμείνω, θα κάτσω (ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ)
si no hubiera intentado
αν δεν είχα προσπαθήσει (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
me aburrí
βαρέθηκα (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
no soy capaz de
δεν είμαι σε θέση να
tengo que encontrar un modo
πρέπει να βρω έναν τρόπο
que yo sepa
απ' όσο ξέρω (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
lo olvidé
το ξέχασα (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
los problemas personales
προσωπικά προβλήματα
no tengo ganas de hacer nada
δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα
hablé (a / con)
μίλησα (στον, στην / με)
por mi parte
από την πλευρά μου
trabajé
δούλεψα
tomé
πήρα, ήπια
puse
έβαλα
en ámbito personal
σε προσωπικό επίπεδο
no me sirve
δεν μου χρειαζεται, δεν με εξυπηρετεί, δεν μου είναι χρήσιμο
no me sirve de nada
δεν μου χρειάζεται σε τίποτα, δεν με εξυπηρετεί σε τίποτα
me sirve
μου χρειαζεται, με εξυπηρετεί, μου είναι χρήσιμο
en mi tiempo libre
στον ελεύθερό μου χρόνο
la experiencia personal
προσωπική εμπειρία
la opinión personal
προσωπική άποψη, προσωπική γνώμη
mensajes personales
προσωπικά μηνύματα
me molestó
με ενόχλησε
me alegré de que
χάρηκα που (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
me dije a mí mismo
είπα στον εαυτό μου
entre mis intereses
στα ενδιαφέροντά μου, μέσα στα ενδιαφέροντά μου
me alegro mucho
χαίρομαι πολύ (ΟΧΙ ΤΟ ΧΑΙΡΩ ΠΟΛΥ)
me alegro de que
χαίρομαι που
si quedo satisfecho
αν μείνω ευχαριστημένος
me quedé satisfecho
έμεινα ικανοποιημένος
a lo largo de mi toda vida
σε όλη μου τη ζωή, για όλη μου τη ζωή
me gusta comunicarme con los demás
μου αρέσει να επικοινωνώ με τους άλλους
preferiría
θα προτιμούσα
me acordé de
θυμήθηκα
preferir, prefiero
προτιμώ
me llevo bien con
τα πάω καλά με
no me llevo bien con
δεν τα πάω καλά με
enfermé, me enfermé
αρρώστησα
me olvido de las cosas fácilmente / tengo mala memoria
ξεχνάω εύκολα / έχω αδύνατη μνήμη
me molesta
με ενοχλεί
la autoestima
η αυτοεκτίμηση
volveré a hacer
θα ξανακάνω
volveré a intentar
θα ξαναπροσπαθήσω
dame
δώσε μου
déjame
άσε με
déjame en paz, déjame tranquilo
άσε με ήσυχο
provenir, provengo, proceder, procedo
προέρχομαι, κατάγομαι
el autorespeto
αυτοσεβασμός
propio
ο ίδιος (από προσωπική άποψη - ΟΧΙ ΟΜΟΙΟΣ), δικός, κατάλληλος
debí
(εγώ) έπρεπε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
debía
(εγώ) έπρεπε (ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ)
la propiedad intelectual
πνευματική ιδιοκτησία
me lesioné
τραυματίστηκα
lo que más me molesta
αυτό που με ενοχλεί περισσότερο
me conmovió
με συγκίνησε
el sobrenombre, el apodo
ψευδώνυμο, παρατσούκλι, επωνυμία
el estilo de vida, la forma de vida
τρόπος ζωής
adaptarse, me adopto
προσαρμόζομαι, εξοικειώνομαι