Level 138 Level 140
Level 139

Κλίση 35 βασικών ρημάτων (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)


208 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la conjugación
κλίση, συζυγία
el pretérito
αόριστος
Αόριστος (préterito indefinido) (ΚΑΝΟΝΑΣ)
Δηλώνει: 1) ότι μια πράξη είναι τελειωμένη και δεν έχει καμιά σχέση με το παρόν, 2) ενέργειες που έγιναν σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή στο παρελθόν (ΚΑΝΟΝΑΣ)
fui
ήμουν (μόνιμο), πήγα (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
fuiste
ήσουν (μόνιμο), πήγες (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
fue
ήταν (γ' ενικό) (μόνιμο) (ΑΟΡΙΣΤΟΣ), πήγε
fuimos
ήμασταν (μόνιμο), πήγαμε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
fuisteis
ήσασταν (μόνιμο), πήγατε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
fueron
ήταν (γ' πληθυντικό) (μόνιμο), πήγαν (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
estuve
ήμουν (προσωρινό) (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
estuviste
ήσουν (προσωρινό) (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
estuvo
ήταν (γ' ενικό) (προσωρινό) (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
estuvimos
ήμασταν (προσωρινό) (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
estuvisteis
ήσασταν (προσωρινό) (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
estuvieron
ήταν (γ' πληθυντικό) (προσωρινό) (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
tuve
είχα (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
tuviste
είχες (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
tuvo
είχε (αόριστος), είχατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
tuvimos
είχαμε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
tuvisteis
είχατε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
tuvieron
είχαν (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
pude
μπόρεσα
pudiste
μπόρεσες
pudo
μπόρεσε, μπορέσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
pudimos
μπορέσαμε
pudisteis
μπορέσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
pudieron
μπόρεσαν
hice
έκανα (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
hiciste
έκανες (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
hizo
έκανε (αόριστος), κάνατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
hicimos
κάναμε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
hicisteis
κάνατε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
hicieron
έκαναν, κάνανε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
hablé (a / con)
μίλησα (στον, στην / με)
hablaste
μίλησες
habló
μίλησε, μιλήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
hablamos
μιλάμε, μιλήσαμε
hablasteis
μιλήσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
hablaron
μιλήσανε, μίλησαν
trabajé
δούλεψα
trabajaste
δούλεψες
trabajó
δούλεψε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ), δουλέψατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
trabajamos
δουλεύουμε, δουλέψαμε
trabajasteis
δουλέψατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
trabajaron
δούλεψαν, δουλέψανε
vine
ήρθα
viniste
ήρθες
el vino, vino
κρασί, ήρθε, ήρθατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
vinimos
ήρθαμε
vinisteis
ήρθατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
vinieron
ήρθανε, ήρθαν
me senté
έκατσα, κάθησα
te sentaste
έκατσες, κάθησες
se sentó
έκατσε, κάθισε, κάτσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
nos sentamos
κάτσαμε, καθήσαμε
os sentasteis
κάτσατε, καθίσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
se sentaron
έκατσαν, κάτσανε, καθήσανε
vi
είδα
viste
είδες
vio
είδε, είδατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
vimos
είδαμε
visteis
είδατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
vieron
είδανε, είδαν
oí, escuché
άκουσα
oíste, escuchaste
άκουσες
oyó, escuchó
άκουσε, ακούσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
oímos, escuchamos
ακούμε, ακούσαμε
oísteis, escuchasteis
ακούσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
oyeron, escucharon
άκουσαν, ακούσανε
quise
θέλησα, αγάπησα
quisiste
θέλησες, αγάπησες
quiso
θέλησε, αγάπησε, θελήσατε ή αγαπήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
quisimos
θελήσαμε, αγαπήσαμε
quisisteis
θελήσατε ή αγαπήσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
quisieron
θέλησαν, θελήσανε, αγάπησαν
supe
ήξερα (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
supiste
ήξερες (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
supo
ήξερε (αόριστος), ξέρατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
supimos
ξέραμε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
supisteis
ξέρατε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
supieron
ήξεραν, ξέρανε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
tomé
πήρα, ήπια
tomaste
πήρες, ήπιες
tomó
πήρε, ήπιε, πήρατε ή ήπιατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
tomamos
παίρνουμε, πίνουμε, πήραμε, ήπιαμε
tomasteis
πήρατε ή ήπιατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
tomaron
πήρανε, πήραν, ήπιαν
caminé, anduve
περπάτησα
caminaste, anduviste
περπάτησες
caminó, anduvo
περπάτησε, περπατήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
1. caminamos / 2. anduvimos
1. περπατάμε, περπατήσαμε / 2. περπατήσαμε
caminasteis, anduvisteis
περπατήσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
caminaron, anduvieron
περπάτησαν, περπατήσανε
entendí, comprendí
κατάλαβα
entendiste, comprendiste
κατάλαβες
entendió, comprendió
κατάλαβε, καταλάβατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
entendimos, comprendimos
καταλάβαμε
entendisteis, comprendisteis
καταλάβατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
entendieron, comprendieron
κατάλαβαν, καταλάβανε
di
έδωσα, πες!
diste
έδωσες
dio
έδωσε, δώσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
dimos
δώσαμε
disteis
δώσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
dieron
έδωσαν, δώσανε
comí
έφαγα
comiste
έφαγες
comió
έφαγε, φάγατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
comimos
φάγαμε
comisteis
φάγατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
comieron
έφαγαν, φάγανε
bebí, tomé, me bebí
ήπια
bebiste, tomaste
ήπιες
bebió, tomó
ήπιε, ήπιατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
bebimos, tomamos
ήπιαμε
bebisteis, tomasteis
ήπιατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
bebieron, tomaron
ήπιαν, ήπιανε
dije
είπα
dijiste
είπες
dijo
είπε, είπατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
dijimos
είπαμε
dijisteis
είπατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
dijeron
είπαν, είπανε
conocí
γνώρισα
conociste
γνώρισες
conoció
γνώρισε, γνωρίσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
conocimos
γνωρίσαμε
conocisteis
γνωρίσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
conocieron
γνώρισαν
discutí
συζήτησα
discutiste
συζήτησες
discutió
συζήτησε, συζητήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
discutimos
συζητήσαμε
discutisteis
συζητήσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
discutieron
συζήτησαν, συζητήσανε
pensé
σκέφτηκα
pensaste
σκέφτηκες
pensó
σκέφτηκε, σκεφτήκατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
pensamos
σκεφτόμαστε, σκεφτήκαμε
pensasteis
σκεφτήκατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
pensaron
σκέφτηκαν, σκεφτήκανε
escribí
έγραψα
escribiste
έγραψες
escribió
έγραψε, γράψατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
escribimos
γράφουμε, γράψαμε
escribisteis
γράψατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
escribieron
έγραψαν, γράψανε
leí
διάβασα
leíste
διάβασες
leyó
διάβασε (αόριστος), διαβάσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
leímos
διαβάσαμε
leísteis
διαβάσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
leyeron
διάβασαν, διαβάσανε
aprendí
έμαθα
aprendiste
έμαθες
aprendió
έμαθε, μάθατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
aprendimos
μάθαμε
aprendisteis
μάθατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
aprendieron
έμαθαν, μάθανε
expliqué
εξήγησα
explicaste
εξήγησες
explicó
εξήγησε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ), εξηγήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
explicamos
εξηγούμε, εξηγήσαμε
explicasteis
εξηγήσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
explicaron
εξήγησαν, εξηγήσανε
pregunté
ρώτησα
preguntaste
ρώτησες
preguntó
ρώτησε, ρωτήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
preguntamos
ρωτάμε, ρωτήσαμε
preguntasteis
ρωτήσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
preguntaron
ρώτησαν, ρωτήσανε
contesté, respondí
απάντησα
contestaste, respondiste
απάντησες
contestó, respondió
απάντησε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ), απαντήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
contestamos / respondimos
απαντήσαμε, απαντάμε / απαντήσαμε
contestasteis, respondisteis
απαντήσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
contestaron, respondieron
απάντησαν, απαντήσανε
pedí
ζήτησα
pediste
ζήτησες
pidió
ζήτησε, ζητήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
pedimos
ζητάμε, ζητήσαμε
pedisteis
ζητήσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
pidieron
ζήτησαν
puse
έβαλα
pusiste
έβαλες
puso
έβαλε, φόρεσε (ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ)
pusimos
βάλαμε
pusisteis
βάλατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
pusieron
έβαλαν, βάλανε, βάλατε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
dejé
άφησα, εγκατέλειψα
dejaste
άφησες, εγκατέλειψες
dejó
άφησε, εγκατέλειψε (γ' ενικό πρόσωπο αορίστου)
dejamos
αφήνουμε, εγκαταλείπουμε, αφήσαμε, εγκαταλείψαμε
dejasteis
αφήσατε, εγκαταλείψατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
dejaron
άφησαν, εγκατέλειψαν, σταμάτησαν
necesité
χρειάστηκα
necesitaste
χρειάστηκες
necesitó
χρειάστηκε
necesitamos
χρειαζόμαστε, χρειαστήκαμε
necesitasteis
χρειαστήκατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
necesitaron
χρειάστηκαν
intenté
προσπάθησα
intentaste
προσπάθησες
intentó
προσπάθησε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
intentamos
προσπαθούμε, προσπαθήσαμε
intentasteis
προσπαθήσατε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
intentaron
προσπάθησαν, προσπαθήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
hubo
υπήρξε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (βοηθητικό ρήμα haber), ήταν (ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑ)