Level 130 Level 132
Level 131

Ρήματα (γενικά) 2


395 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
el verbo
ρήμα
salir, salgo
βγαίνω, φεύγω, αναχωρώ
dejar, dejo
αφήνω, εγκαταλείπω, σταματώ (+de), κόβω (μεταφορικά πχ μια κακιά συνήθεια)
almorzar, almuerzo
γευματίζω, τρώω μεσημεριανό (ΤΟ ΡΗΜΑ)
cenar, ceno
δειπνώ, τρώω βραδινό
despertarse, me despierto
ξυπνώ (εγώ, ο εαυτός μου)
engordar, engordo
παχαίνω (ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΛΛΟΝ)
escuchar, escucho
ακούω (παρακολουθώ ακούγοντας) (αγγλικά = listen)
facilitar, facilito
διευκολύνω
convencer (a), convenzo (a), persuadir (a), persuado (a)
πείθω (τον / την)
desaparecer, desaparezco
εξαφανίζομαι, χάνομαι
aparecer, aparezco
εμφανίζομαι
recomendar (a), recomiendo (a)
συνιστώ, συστήνω (στον / στην / σε), προτείνω
gastar, gasto
ξοδεύω
aprobar, apruebo (el examen)
εγκρίνω, περνάω (τις εξετάσεις)
sonar, sueno
χτυπώ (κουδούνι, τηλέφωνο, ήχος συσκευής)
apostar, apuesto, estoy apostando
στοιχηματίζω, τζογάρω, ποντάρω
enfadarse, me enfado, enojarse, me enojo
θυμώνω, νευριάζω
quejarse, me quejo
παραπονιέμαι, γκρινιάζω
quedarse en, me quedo en
παραμένω, κάθομαι (ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ)
pintarse, me pinto, maquillarse, me maquillo
βάφομαι, μακιγιάρομαι
ducharse, me ducho
κάνω ντούς
peinarse, me peino
χτενίζομαι
alquilar, alquilo, arrendar, arriendo
νοικιάζω
cubrir, cubro
σκεπάζω
asistir, asisto
παρευρίσκομαι
tener ganas (de), tengo ganas (de)
έχω όρεξη (να, για), έχω διάθεση (να, για)
tener sueño, tengo sueño
νυστάζω
confirmar, confirmo, corroborar, corroboro
επιβεβαιώνω
aplaudir, aplaudo
χειροκροτώ
someter, someto
υποβάλλω
invitar (a), invito (a)
προσκαλώ (τον / την), κερνώ (τον / την)
acompañar, acompaño
συνοδεύω, κάνω παρέα
pertenecer, pertenezco
ανήκω
disfrutar (de), disfruto (de), gozar (de), gozo (de)
απολαμβάνω (το)
admitir, admito
παραδέχομαι
intervenir, intervengo
παρεμβαίνω
revelar, revelo, destapar, destapo
αποκαλύπτω, ξεσκεπάζω
castigar, castigo
τιμωρώ
ocurrir, ocurro, suceder, sucedo
συμβαίνω
dedicar, dedico
αφιερώνω
detectar, detecto
ανιχνεύω
afectar, afecto, influir, influyo
επηρεάζω
alterar, altero
μεταβάλλω
evitar, evito, eludir, eludo
αποφεύγω
aplicar, aplico
εφαρμόζω
declarar, declaro
δηλώνω
dimitir, dimito
παραιτούμαι
cejar, cejo
υποχωρώ
bloquear, bloqueo
μπλοκάρω
desesperar, desespero
απελπίζω
empujar, empujo
σπρώχνω, ωθήσατε! (ωθησατε, ως ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΣΕ ΠΙΝΑΚΙΔΑ)
desesperarse, me desespero
απελπίζομαι
tirar, tiro
τραβώ, σέρνω, πετώ (κάτι), ρίχνω, έλξατε
frotar, froto
τρίβω
inflar, inflo
φουσκώνω
afeitarse, me afeito
ξυρίζομαι
desinteresarse, me desintereso
αδιαφορώ
pisar, piso
πατώ
girar, giro
στρίβω, γυρίζω
barrer, barro
σκουπίζω
tardar, tardo
αργώ
explotar, exploto, reventar, revento
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ, σκάω (ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΑ), κάνω κάτι να εκραγεί
empaquetar, empaqueto
πακετάρω
transportar, transporto
μεταφέρω
burlarse, me burlo
κοροϊδεύω
echar lágrimas, echo lágrimas
δακρύζω
remitir adjunto, remito adjunto
εσωκλείω, επισυνάπτω
mostrar pereza, muestro pereza
τεμπελιάζω
aburrirse, me aburro
βαριέμαι, πλήττω
ensuciar, ensucio
λερώνω
ascender, asciendo
ανέρχομαι, σκαρφαλώνω
anticipar, anticipo
προλαβαίνω, προκαταβάλλω, προβλέπω
freir, frío
τηγανίζω
mudarse, me mudo
μετακομίζω
llevar, llevo
φορώ (ΕΧΩ ΦΟΡΕΜΕΝΟ ΠΑΝΩ ΜΟΥ), φέρω, φέρνω, κουβαλώ, μεταφέρω
manifestar, manifiesto
διαδηλώνω
gustar, me gusta
(μου) αρέσει (ΤΟ ΡΗΜΑ)
caber, quepo
χωρώ, ΓΙΑ ΜΕΓΕΘΗ: κάνω σε κάποιον
valorar, valoro
εκτιμώ (την αξία), αξιολογώ
ordenar, ordeno
διατάζω, τακτοποιώ, παραγγέλνω
lograr, logro
καταφέρνω, κατορθώνω
odiar (a), odio (a)
μισώ (τον / την), σιχαίνομαι (τον / την)
aborrecer, aborrezco
αντιπαθώ
quitar, quito
βγάζω (τα ΡΟΥΧΑ από κάποιον άλλο)
preguntarse, me pregunto
αναρωτιέμαι
acusar (a), acuso (a)
κατηγορώ (τον / την), καταγγέλω
apoyar (a), apoyo (a)
στηρίζω (τον / την)
oler, huelo
μυρίζω
cansarse, me canso
κουράζομαι
descansar, descanso
ξεκουράζω (κάποιον)
acostarse, me acuesto
ξαπλώνω (ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ)
sospechar, sospecho
υποψιάζομαι, υποπτεύομαι
acabar, acabo, terminar, termino
τελειώνω
clavar, clavo
καρφώνω
volver, vuelvo, regresar, regreso
γυρίζω (από κάπου), επιστρέφω (από κάπου) (ΟΧΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΚΑΤΙ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ)
iluminar, ilumino
φωτίζω
confrontar, confronto, afrontar, afronto, encarar, encaro
αντιμετωπίζω
destruir, destruyo
καταστρέφω
derramar, derramo
χύνω
mojarse, me mojo
βρέχομαι
mojar, mojo
βρέχω
levantarse, me levanto
σηκώνομαι
mentir (a), miento (a)
ψεύδομαι, λέω ψέματα (στον / στην)
acariciar (a), acaricio (a)
χαϊδεύω (τον / την)
dificultar, dificulto
δυσκολεύω
inclinarse, me inclino
σκύβω, υποκλίνομαι
perforar, perforo
τρυπώ
disminuir, disminuyo
μειώνω
borrar, borro
διαγράφω, σβήνω (πχ μια φωτογραφία)
emocionar (a), emociono (a), conmover (a), conmuevo (a)
συγκινώ (τον / την)
atraer, atraigo, encantar, encanto
γοητεύω
curar, curo
θεραπεύω
gritar, grito
φωνάζω, ουρλιάζω
desnudarse, me desnudo
γδύνομαι
bucear, buceo, zambullirse, me zambullo
βουτώ
agarrar, agarro, arrebatar, arrebato
αρπάζω
enfrentarse, me enfrento
συγκρούομαι (όχι για οχήματα)
apagar, apago
σβήνω, κλείνω συσκευή
atar, ato
δένω
competir, compito
συναγωνίζομαι, διαγωνίζομαι
tener calor, tengo calor, calentarse, me caliento
ζεσταίνομαι
ornamentar, ornamento, adornar, adorno
στολίζω, διακοσμώ, εξωραΐζω, καλλωπίζω
pegar, pego
κολλώ, κολλάω
examinar, examino
εξετάζω
bañarse, me baño
λούζομαι, κάνω μπάνιο (ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ)
estoy en desacuerdo, no estoy de acuerdo
διαφωνώ, δεν συμφωνώ
bajarse, me bajo
κατεβαίνω
subir (a), subo (a)
ανεβαίνω (πχ τη σκάλα), ανεβάζω, σηκώνω, επιβαίνω (σε)
tener sed, tengo sed
διψώ
tener hambre, tengo hambre
πεινάω, πεινώ
tener frio, tengo frio, enfriarse, me enfrío
κρυώνω
vaciar, vacío
αδειάζω, εκκενώνω
combatir, combato
μάχομαι
luchar, lucho
πολεμώ, αγωνίζομαι
cierro (cerrar) con cerradura
κλειδώνω
tocar (al), toco (al)
πιάνω, αγγίζω, παίζω μουσικό όργανο
observar, observo
παρακολουθώ
mantener, mantengo
διατηρώ, κρατώ
cansar, canso
κουράζω
crear, creo
δημιουργώ
engañar, engaño
εξαπατώ (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ timar, timo)
poner, pongo, meter, meto
βάζω
alimentar (a), alimento (a)
ταΐζω (τον / την)
descubrir, descubro, hallar, hallo
ανακαλύπτω, ξεσκεπάζω, βρίσκω
saltar, salto
πηδώ
jurar, juro
ορκίζομαι
decidir, decido
αποφασίζω
envidiar (a), envidio (a)
ζηλεύω (τον / την)
narrar, narro
διηγούμαι, αφηγούμαι, εξιστορώ
faltar, falto
λείπω
servir (a), sirvo (a)
υπηρετώ, εξυπηρετώ, σερβίρω (τον / την)
cabalgar, cabalgo
ιππεύω
mamar, mamo
θηλάζω
consolar (a), consuelo (a)
παρηγορώ (τον / την)
decir, digo
λέω
envolver, envuelvo
τυλίγω
arreglar, arreglo
ρυθμίζω, επιδιορθώνω, διορθώνω, τακτοποιώ, κανονίζω, ετοιμάζω
iniciar, inicio
ξεκινώ
explicar, explico
εξηγώ
necesitar, necesito
χρειάζομαι
ahogar (a,) ahogo (a)
πνίγω (τον / την)
continuar, continúo
συνεχίζω, εξακολουθώ
conectar, conecto
συνδέω
escalar, escalo, trepar, trepo
αναρριχώμαι, ανεβαίνω (πχ βουνό), σκαρφαλώνω
elevar, elevo
υψώνω
obtener, obtengo
αποκτώ
comer, como
τρώω
dirigir, dirijo
διευθύνω, απευθύνω
colocar, coloco
τοποθετώ, στήνω
secuestrar, secuestro
απαγάγω
cepillar, cepillo
βουρτσίζω
respirar, respiro
αναπνέω, ανασαίνω
hacer gimnasia, hago gimnasia
κάνω γυμναστική, γυμνάζομαι
ponerse, me pongo
φοράω, τοποθετούμαι, αρχίζω, γίνομαι ή μετατρέπομαι σε κάτι
reconocer, reconozco, identificar, identifico
αναγνωρίζω
aguantar, aguanto
αντέχω
disparar, disparo
πυροβολώ, πυροδοτώ
ofrecer, ofrezco
προσφέρω
casarse, me caso
παντρεύομαι
imprimir, imprimo
εκτυπώνω
confiar (en), confío (en), fiarse (de), me fío (de)
εμπιστεύομαι (τον / την / το)
protestar, protesto
διαμαρτύρομαι
cancelar, cancelo, anular, anulo
ακυρώνω, ματαιώνω
marcar, marco
σημαδεύω (με χρώμα, χάραγμα κλπ, ΟΧΙ ΜΕ ΟΠΛΟ), μαρκάρω, σημειώνω, σχηματίζω αριθμό
sustituir (a), sustituyo (a), reemplazar, reemplazo
αντικαθιστώ (τον / την)
celebrar, celebro
γιορτάζω, πανηγυρίζω
formar, formo
σχηματίζω
tener prisa, tengo prisa
βιάζομαι
expresar, expreso
εκφράζω
dividir, divido
διαιρώ, διχάζω
practicar, practico
ασκώ, εξασκώ, κάνω πρακτική
promover, promuevo
προωθώ, προάγω
merendar, meriendo
κολατσίζω, τρώω το κολατσό μου
estropear, estropeo
χαλώ, καταστρέφω
encerrar, encierro
εγκλωβίζω, κλείνω μέσα, εσωκλείω
sentar, siento
καθίζω κάποιον (πχ το μωρό)
demostrar, demuestro
επιδεικνύω, αποδεικνύω, βεβαιώνω, αποτελώ απόδειξη, φανερώνω, μαρτυρώ, δείχνω
sobrevolar, sobrevuelo
υπερίπταμαι, πετάω από πάνω
me duele, tengo dolor
πονώ (εγώ ο ίδιος)
estirar, estiro
τεντώνω (πχ τα χέρια), απλώνω, τεντώνομαι
dictar, dicto
υπαγορεύω
revolver, revuelvo
περιστρέφω
partir, parto
τεμαχίζω, κόβω σε κομμάτια
advertir (a), advierto (a)
προειδοποιώ (τον / την)
consentir, consiento
συγκατατίθεμαι, συναινώ σε κάτι, ανέχομαι, παραχαϊδεύω, καλομαθαίνω, κακομαθαίνω, χαλάω
levantar, levanto
σηκώνω
sentirse, me siento
αισθάνομαι, νιώθω
sacar, saco
βγάζω (πχ τα σκουπίδια) (ΟΧΙ ΡΟΥΧΑ)
costar, cuesto
κοστίζω
acercarse, me acerco
πλησιάζω, προσεγγίζω
acceder (a), acceso (a)
έχω πρόσβαση (σε)
descansarse, me descanso
ξεκουράζομαι
citarse con, me cito con
κανονίζω να συναντηθώ με, κανονίζω μια συνάντηση, κλείνω ραντεβού
resolver, resuelvo
λύνω (πχ ένα πρόβλημα) (ΟΧΙ ΚΑΤΙ ΔΕΜΕΝΟ)
encargar, encargo
αναθέτω, διευθετώ, παραγγέλνω
rellenar, relleno
συμπληρώνω
emitir, emito
εκπέμπω, εκδίδω
suponer, supongo, asumir, asumo
υποθέτω
montar (a), monto (a)
καβαλάω (άλογο, μοτοσυκλέτα, αεροπλάνο κλπ), ανεβαίνω πάνω σε, συναρμολογώ, μοντάρω, στήνω, φτιάχνω (το)
irse, me voy
φεύγω
unirse, me uno
ενώνομαι, μπαίνω σε μια παρέα, συμμετέχω σε ένα παιχνίδι με άλλους
proponer, propongo, sugerir, sugiero
προτείνω
matricularse, me matriculo, inscribirse, me inscribo
εγγράφομαι (σε μαθήματα)
justificar, justifico
δικαιολογώ
anteceder, antecedo
προηγούμαι
distinguir, distingo, discriminar, discrimino
διακρίνω, ξεχωρίζω, διαχωρίζω, διαφοροποιώ
dibujar, dibujo
σχεδιάζω (κάνοντας ζωγραφιές, σκίτσα κλπ) (ΟΧΙ ΚΑΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ)
cuidar (a), cuido (a)
προσέχω (τον / την), φροντίζω (τον / την) (κάποιον άλλο) (ΟΧΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ)
superar, supero
ξεπερνώ, αντεπεξέρχομαι υπερβαίνω, περνάω με επιτυχία τις εξετάσεις
desconectar, desconecto
αποσυνδέω, ξεσυνδέω
nacer, nazco
γεννιέμαι
retirar, retiro
αποσύρω, ανακαλώ, αναιρώ, αποδεσμεύω
fundir, fundo, derretir, derrito
λιώνω
salvar (a), salvo (a), guardar (a), guardo (a)
σώζω (τον / την)
poseer, poseo
κατέχω
cuidarse, me cuido, tengo cuidado
προσέχω, φροντίζω (αυτοπαθές, τον εαυτό μου) (ΟΧΙ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΛΛΟΝ)
retrasar, retraso
καθυστερώ, αργώ
sufrir, sufro
υποφέρω, πάσχω, βασανίζομαι, υπομένω
considerar, considero
θεωρώ, εξετάζω (ΟΧΙ ΑΣΘΕΝΗ ή ΜΑΘΗΤΗ), σκέφτομαι
acoger, acojo
καλωσορίζω, υποδέχομαι
me siento mareado
ζαλίζομαι, έχω ναυτία
crecer, crezco
αναπτύσσω, αναπτύσσομαι, μεγαλώνω
consumir, consumo
καταναλώνω
apreciar, aprecio, estimar, estimo
εκτιμώ
entretener, entretengo
ψυχαγωγώ
susurar, susuro
ψιθυρίζω
elaborar, elaboro, procesar, proceso
επεξεργάζομαι, παρασκευάζω
explotarse, me exploto, estallar, estallo
σκάω (ΠΑΘΗΤΙΚΑ), εκρήγνυμαι, ανατινάζομαι
calentar, caliento
ζεσταίνω
relacionar, relaciono
συσχετίζω, συνδέω
pasar, paso
περνώ, ξεπερνώ, συμβαίνει, παθαίνω
detestar, detesto
σιχαίνομαι
adaptar, adapto
προσαρμόζω, διασκευάζω, εξοικειώνομαι
empeorar, empeoro
χειροτερεύω, επιδεινώνω
autorizar, autorizo
εξουσιοδοτώ, εγκρίνω
incluir, incluyo
περιλαμβάνω
cobrar, cobro, cargar, cargo
χρεώνω
estabilizar, estabilizo
σταθεροποιώ
merecer, merezco
αξίζω
desmentir, desmiento
διαψεύδω
alcanzar, alcanzo
φτάνω (πχ με τα χέρια) (ΟΧΙ ΦΤΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑΞΙΔΙ)
publicar, publico
δημοσιεύω
sellar, sello
σφραγίζω (ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΟΝΤΙΑ)
expandir, expando
επεκτείνω, εξαπλώνω
satisfacer, satisfago
ικανοποιώ
copiar, copio
αντιγράφω
mencionar, menciono, referir, refiero
αναφέρω
equivocar, equivoco
σφάλω, κάνω λάθος, απατώμαι
decepcionar (a), decepciono (a)
απογοητεύω (τον / την)
animar, animo, fomentar, fomento
ενθαρρύνω, παροτρύνω, ζωηρεύω
contratar, contrato
προσλαμβάνω
invertir, invierto
επενδύω
darse cuenta de, doy cuenta de
συνειδητοποιώ ότι, παρατηρώ ότι, διαπιστώνω ότι
existir, existo
υπάρχω
excluir, excluyo
αποκλείω, εξαιρώ
despedirse, me despido
αποχαιρετώ (κάποιον που μένει, ενώ εγώ φεύγω), απολύομαι
coger, cojo
παίρνω, αρπάζω, πιάνω, κολλάω (το κολλάω = ΓΙΑ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ)
sostener, sostengo
υποστηρίζω, ενισχύω, βοηθώ, κρατώ
divertirse, me divierto
διασκεδάζω
localizar, localizo
εντοπίζω
prepararse, me preparo
ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι
patear, pateo, doy patada
κλωτσάω, κλωτσώ
sonreír, sonrío
χαμογελώ
tapar, tapo
κλείνω κάτι με το καπάκι, καπακώνω, ταπώνω, καλύπτω, βουλώνω κάτι
avisar (a), aviso (a)
ειδοποιώ (τον / την)
estarse volviendo loco, me estoy volviendo loco
τρελαίνομαι
inventar, invento
εφευρίσκω
tirarse un pedo, me tiro un pedo, echarse un pedo, me echo un pedo
κλάνω, ρίχνω μια πορδή, πέρδομαι, αερίζομαι
desagradar, desagrado
δυσαρεστώ
pelear, peleo, reñir, riño (con)
τσακώνομαι (με), καυγαδίζω (με), μαλώνω (με)
visitar (a), visito (a)
επισκέπτομαι (τον / την)
bañar (a), baño (a)
λούζω (τον / την), κάνω μπάνιο (ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΛΛΟ) (τον / την)
regalar (a), regalo (a)
χαρίζω (σε / στον / στην), δωρίζω
agitar, agito, sacudir, sacudo
ταρακουνώ, ανακινώ, αναταράζω, ταράζω, αναστατώνω
liberar (а), libero (а)
ελευθερώνω (τον / την), απελευθερώνω (τον / την)
alabar, alabo
επαινώ
expedir, expido
αποστέλλω
transferir, transfiero
μεταβιβάζω
mear, meo
κατουρώ, ουρώ
arrugarse, me arrugo
ζαρώνω, μαραίνομαι, τσαλακώνομαι, ρυτιδιάζω
herir, hiero
τραυματίζω, πληγώνω
informar (a), informo (a), comunicar (a), comunico (a)
ενημερώνω (τον / την)
enjuagar, enjuago
ξεπλένω
mecer, mezo
λικνίζω, κουνάω ελαφρά κάτι πέρα δώθε
mendigar, mendigo
ζητιανεύω, επαιτώ
amamantar, amamanto
θηλάζω
coitar, coito
συνουσιάζομαι
limitar, limito
περιορίζω, οριοθετώ
abusar, abuso
καταχρώμαι, εκμεταλλεύομαι
revocar, revoco
ανακαλώ, καταργώ
suspirar, suspiro
αναστενάζω
intensificar, intensifico
εντείνω, εντατικοποιώ
legalizar, legalizo
νομιμοποιώ
entorpecer (a), entorpezco (a)
παρεμποδίζω (τον / την)
fotografiar, fotografío
φωτογραφίζω (το ρήμα) (ΟΧΙ Η ΦΡΑΣΗ "ΒΓΑΖΩ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ")
colarse, me cuelo
τρυπώνω (μεταφορικά), χώνομαι (κλέβοντας τη σειρά)
sumergirse, me sumerjo
βυθίζομαι
deportar (a), deporto (a)
απελαύνω (τον / την)
sorber, sorbo
ρουφάω, ρουφώ, απορροφώ
reformar, reformo
μεταρρυθμίζω
desafiar (a), desafío (a)
προκαλώ (κάποιον - τον / την) (ΟΧΙ ΕΙΜΑΙ Η ΑΙΤΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΙ), αψηφώ
plantear, planteo, me planteo
εξετάζω (ένα θέμα), μελετώ (ένα θέμα), σκέφτομαι να
entristecerse, me entristezco
θλίβομαι, λυπάμαι, στεναχωριέμαι
recurrir (a), recurro (a)
καταφεύγω, προσφεύγω (στον / στην)
boicotear, boicoteo
μποϊκοτάρω
abogar, abogo
συνηγορώ, υποστηρίζω
suicidarse, me suicido
αυτοκτονώ
prohibir (a), prohibo (a)
απαγορεύω (στον / στην)
hackear, hackeo
χακάρω (τροποποιώ = modificar)
ignorar, ignoro
αγνοώ, αδιαφορώ, παραβλέπω
exhumar, exhumo
ξεθάβω
proclamar, proclamo
διακηρύττω, ανακηρύσσω, ανακοινώνω
arrancar, arranco
αποσπώ, ξεριζώνω, κόβω (τραβώντας), ξεκινώ (κομπιούτερ, αυτοκίνητο), βγάζω (τραβώντας)
chantajear, chantajeo
εκβιάζω
irritar, irrito
ερεθίζω
rascarse, me rasco
ξύνομαι
florecer, florezco
ανθίζω, βλασταίνω, ακμάζω
aplazar, aplazo
αναβάλλω
presidir, presido
προεδρεύω, προΐσταμαι
atropellar, atropello
πατάω με το όχημα, χτυπώ κάποιον ή κάτι με το όχημα, καταπατώ, τσαλαπατώ
hundirse, me hundo
βουλιάζω, βυθίζομαι
resucitar, resucito
ανασταίνω
examinarse, me examino
εξετάζομαι
precipitar, precipito
κατακρημνίζω, καταβαραθρώνω, γκρεμοτσακίζω, καταβυθίζω, καθιζάνω, κατακάθομαι, επιταχύνω, επισπεύδω
invadir, invado
εισβάλλω
desplomarse, me desplomo
καταρρέω, σωριάζομαι
almacenar, almaceno
αποθηκεύω
cubrirse, me cubro
σκεπάζομαι
sudar, sudo
ιδρώνω
multar (a), multo (a)
επιβάλλω πρόστιμο (στον / στην)
fantasear, fantaseo
φαντασιώνομαι, ονειροπολώ, φαντάζομαι
actualizar, actualizo
αναβαθμίζω, ενημερώνω (με αναβάθμιση)
tener cosquillas, tengo cosquillas
γαργαλιέμαι
rodearse, me rodeo
κυκλώνομαι, περικυκλώνομαι, περιβάλλομαι
extrañar, extraño
μου λείπει, αποθυμώ, νοσταλγώ, ξαφνιάζω
atrapar, atrapo
παγιδεύω
decapitar, decapito
αποκεφαλίζω, καρατομώ
ahuyentar, ahuyento, echar, echo
διώχνω, αποβάλλω
rasgar, rasgo
σκίζω, σχίζω
potenciar (a), potencio (a), reforzar, refuerzo, fortalecer, fortalezco
ενισχύω (τον/την), προάγω, ενθαρρύνω, προωθώ
cuestionar, cuestiono
αμφισβητώ
provenir, provengo, proceder, procedo
προέρχομαι, κατάγομαι
envenenar (a), enveneno (a)
δηλητηριάζω (τον / την)
deslizarse, me deslizo
γλιστρώ, γλιστράω, ολισθαίνω
emerger, emerjo
αναδύομαι
adelantarse, me adelanto
εξελίσσομαι, (για ρολόι...:) πηγαίνω μπροστά, σημειώνω πρόοδο
profundizar, profundizo
εμβαθύνω, μελετώ ένα θέμα σε βάθος
anexar, anexo, anejar, anejo
προσαρτώ, επισυνάπτω
palpar, palpo
ψηλαφίζω
inspeccionar, inspecciono
επιθεωρώ
fiar (a), fío (a)
εμπιστεύομαι κάτι (σε / στον / στην), πωλώ επί πιστώσει
encarar, encaro
αντικρίζω, αντιμετωπίζω
sorprenderse, me sorprendo, estoy sorprendido
εκπλήσσομαι, ξαφνιάζομαι, μένω έκθαμβος, σαστίζω
arar, aro
οργώνω, αροτριώ, αροτριώνω, ζευγαρίζω
renovar, renuevo / reanudar, reanudo
ανανεώνω, ανακαινίζω / ανανεώνω
menoscabar, menoscabo
υπονομεύω, υποσκάπτω, διακυβεύω, μειώνω, θίγω, βλάπτω
involucrar (a), involucro (a)
εμπλέκω, μπλέκω, ανακατεύω (κάποιον, κάπου) (τον / την)
propagarse, me propago
εξαπλώνομαι
obturar, obturo
σφραγίζω (ΚΑΙ ΓΙΑ ΔΟΝΤΙΑ), φράσσω, στεγανοποιώ, βουλώνω, στουπώνω
exceder, excedo
υπερβαίνω, ξεπερνώ
surgir, surjo
προκύπτω, ανακύπτω, αναδύομαι
someterse, me someto
υποβάλλομαι, υπόκειμαι, υποκύπτω
domar (a), domo (a)
δαμάζω, τιθασεύω (τον / την / το)
convivir, convivo
συζώ, συμβιώνω, συγκατοικώ, συνυπάρχω
bromear, bromeo
αστειεύομαι, καλαμπουρίζω
rugir, rujo
βρυχώμαι
atrincherar, atrinchero
οχυρώνω, περιχαρακώνω, κατοχυρώνω, εδραιώνω, παγιώνω, θεμελιώνω
lesionarse, me lesiono
τραυματίζομαι
adoptar (a), adopto (a)
υιοθετώ (τον / την / το / ένα)
satirizar, satirizo
σατιρίζω
implementarse, me implemento
υλοποιούμαι
esparcir, esparzo
σκορπώ, σκορπίζω, διασκορπίζω, διασπείρω, πασπαλίζω, ψεκάζω, πιτσιλώ
tamizar, tamizo
κοσκινίζω
calzarse, me calzo
παπουτσώνομαι, φοράω στον εαυτό μου παπούτσια κλπ, κοιμάμαι (= κάνω σεξ) με κάποιον