Level 129 Level 131
Level 130

Ρήματα (γενικά) 1


397 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
el verbo
ρήμα
correr, corro
τρέχω
jugar, juego
παίζω
hablar (con) (de), hablo (con) (de)
μιλώ (με) (για)
preguntar (a), pregunto (a)
ρωτώ (τον / την)
contestar (a), contesto (a), responder (a), respondo (a)
απαντώ (σε / στον / στην)
oír (a), oigo (a), escuchar (a), escucho (a)
ακούω (τον / την)
tomar, tomo
παίρνω (πιο πολύ με τα χέρια, όχι τόσο σε αφηρημένες έννοιες), τρώω, πίνω, βγάζω (βγάζω ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ)
dar, doy
δίνω
hacer, hago
κάνω
ser, soy
είμαι (μόνιμο)
estar, estoy
είμαι, βρίσκομαι (προσωρινό)
tener, tengo
έχω, κρατώ
beber, bebo, tomar, tomo
πίνω
sentarse, me siento
κάθομαι
ir (a/al), voy (a/al)
πηγαίνω (στο), πάω (στο)
aprender, aprendo
μαθαίνω
recordar (a), recuerdo (a)
θυμάμαι (τον / την), θυμίζω, υπενθυμίζω
poder, puedo
μπορώ
conducir, conduzco, manejar, manejo
οδηγώ
contar, cuento
μετρώ, υπολογίζω (για αριθμούς) (ΟΧΙ ΜΕΤΡΩ ΤΙΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΣΑΚΧΑΡΟ, ΥΨΟΣ ΚΛΠ), εξιστορώ, αφηγούμαι, διηγούμαι, λέω
pintar, pinto
βάφω, ζωγραφίζω, μπογιατίζω
leer, leo
διαβάζω
descargar, descargo
ξεφορτώνω, κατεβάζω (download)
acordar , acuerdo
συμφωνώ
estudiar, estudio
μελετώ, σπουδάζω
coser, coso
ράβω
corregir (a), corrijo (a), revisar, reviso, rectificar, rectifico
διορθώνω (τον /την)
traducir, traduzco
μεταφράζω
morder, muerdo
δαγκώνω
saber, sé
ξέρω
vestirse, me visto
ντύνομαι
regar, riego
ποτίζω
trabajar, trabajo
δουλεύω
empezar, empiezo, comenzar, comienzo
αρχίζω
sentir, siento
αισθάνομαι, νιώθω, λυπάμαι
completar, completo, rematar, remato
ολοκληρώνω
discutir, discuto, debatir, debato
συζητώ
deber, debo
χρωστώ, οφείλω, πρέπει
agradar, agrado
αρέσω, ευχαριστώ (ρήμα)
bailar, bailo
χορεύω
pensar (en), pienso (en)
σκέφτομαι (τον / την / το)
buscar (al), busco (al)
ψάχνω (τον / την), αναζητώ
soñar, sueño (con)
ονειρεύομαι
participar, participo
συμμετέχω
creer (a/en), creo (a/en)
πιστεύω (σε / στον / τον / την), νομίζω
romper, rompo
σπάω, χαλάω
temer, temo, tener miedo, tengo miedo
φοβάμαι
nadar, nado
κολυμπώ
comprar, compro
αγοράζω, ψωνίζω
vivir, vivo
ζω
morir, muero, fallecer, fallezco
πεθαίνω, αποβιώνω, ψοφάω
besar (a), beso (a)
φιλώ (τον / την)
colgar, cuelgo
κρεμώ, κλείνω (το τηλέφωνο)
vender, vendo
πουλώ
matar (a), mato (a)
σκοτώνω (τον / την)
caminar, camino, andar, ando
περπατώ, βαδίζω
enseñar, enseño
διδάσκω, δείχνω (με την έννοια της εκπαίδευσης, μαθαίνω σε κάποιον) (περισσότερο χρησιμοποιείται στην Ισπανία)
cocinar, cocino
μαγειρεύω
intentar, intento
προσπαθώ
volar, vuelo
πετώ (στον ουρανό)
mostrar, muestro
δείχνω (περισσότερο χρησιμοποιείται στην Λατινική Αμερική)
molestar (a), molesto (a)
ενοχλώ (τον / την)
usar, uso, utilizar, utilizo
χρησιμοποιώ
cazar, cazo
κυνηγώ
fumar, fumo
καπνίζω
educar, educo, entrenar, entreno
εκπαιδεύω
llorar, lloro
κλαίω
cambiar, cambio
αλλάζω
declarar, declaro
δηλώνω
aceptar, acepto
δέχομαι
negar, niego
αρνούμαι
transportar, transporto
μεταφέρω
esperar (a), espero (a)
περιμένω (τον / την), ελπίζω
saludar (a), saludo (a)
χαιρετώ (τον / την)
abrazar (a), abrazo (a)
αγκαλιάζω (τον / την)
mejorar, mejoro
βελτιώνω, καλυτερεύω
significar, significo
σημαίνω
prometer, prometo
υπόσχομαι
caer, caigo
πέφτω
dormir, duermo
κοιμάμαι
enviar, envío, mandar, mando
στέλνω
vacilar, vacilo
διστάζω
amar (a), amo (a), quierer (a), quiero (a)
αγαπώ (τον / την)
admirar (a), admiro (a)
θαυμάζω (τον / την)
contener, contengo
περιέχω
describir, describo
περιγράφω
enamorarse (de), me enamoro (de)
ερωτεύομαι (τον / την / το)
probar, pruebo, ensayar, ensayo
δοκιμάζω, προβάρω
fallar, fallo, fracasar, fracaso
αποτυγχάνω
abrir, abro
ανοίγω, ξεκλειδώνω
cerrar, cierro
κλείνω
seguir, sigo
ακολουθώ, συνεχίζω, εξακολουθώ
mirar (a), miro (a)
κοιτώ, κοιτάζω (τον /την)(αγγλικά = see, ΟΧΙ το watch)
llenar, lleno
γεμίζω
preparar, preparo
ετοιμάζω, προετοιμάζω
recoger, recojo
μαζεύω
empujar, empujo
σπρώχνω, ωθήσατε! (ωθησατε, ως ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΣΕ ΠΙΝΑΚΙΔΑ)
limpiar, limpio
καθαρίζω
lavar, lavo
πλένω
prestar, presto
δανείζω
pedir (a), pido (a)
ζητώ, παραγγέλνω (από τον / από την)
parecerse, me parezco, asemejarse, me asemejo
μοιάζω
reparar, reparo
επισκευάζω, επιδιορθώνω
manejar, manejo
χειρίζομαι, διαχειρίζομαι, μεταχειρίζομαι, οδηγώ
parir, paro
γεννώ
viajar, viajo
ταξιδεύω
quemar, quemo, arder, ardo
καίω
robar, robo
κλέβω
masticar, mastico
μασώ
vestir, visto
ντύνω
encender, enciendo
ανάβω, ανοίγω (το ανοίγω αφορά τηλεόραση, ράδιο κλπ)
esconder, escondo, ocultar, oculto
κρύβω
esconderse, me escondo
κρύβομαι
aumentar, aumento
αυξάνω
construir, construyo
κατασκευάζω, χτίζω
producir, produzco
παράγω
proteger (a), protejo (a)
προστατεύω (τον / την)
cantar, canto
τραγουδώ
repetir, repito
επαναλαμβάνω
encontrar, encuentro
βρίσκω, συναντώ, νιώθω, αισθάνομαι
rezar, rezo
προσεύχομαι
despertar, despierto
ξυπνώ (κάποιον)
preocuparse (por), me preocupo (por)
ανησυχώ (για), νοιάζομαι (για)
asombrar, asombro, sorprender, sorprendo
εκπλήσσω, ξαφνιάζω, αποσβολώνω, αφήνω άναυδο, καταπλήσσω
alegrarse, me alegro
χαίρομαι
adorar, adoro
λατρεύω
obedecer, obedezco
υπακούω
entregar (a), entrego (a)
παραδίδω (σε / στον / στην)
hervir, hiervo
βράζω
recibir, recibo
λαμβάνω, παραλαμβάνω
cargar, cargo
φορτώνω, φορτίζω, ανεβάζω στο ίντερνετ (upload), χρεώνω, επιβαρύνω
llamar (a), llamo (a)
καλώ (τον / την), φωνάζω (τον / την), ονομάζω (τον / την), τηλεφωνώ (στον / στην)
parar, paro, estancar, estanco
σταματώ (κάποιον ή κάτι)
interesar, intereso
ενδιαφέρω
doler, duelo
πονώ κάποιον, προκαλώ πόνο
causar, causo
προκαλώ (είμαι η αιτία για κάτι) (ΟΧΙ ΠΡΟΚΑΛΩ ΚΑΠΟΙΟΝ)
arrojar, arrojo
εκτοξεύω, παραπετώ
perdonar (a), perdono (a)
συγχωρώ (τον / την)
controlar, controlo
ελέγχω
separar, separo
χωρίζω (κάτι από κάτι άλλο) (ΟΧΙ ΠΑΙΡΝΩ ΔΙΑΖΥΓΙΟ)
mover, muevo
κουνάω, κινώ, μετακινώ
adicionar, adiciono, añadir, añado
προσθέτω
soplar, soplo
φυσώ
mezclar, mezclo
ανακατεύω
doblar, doblo
διπλασιάζω, μεταγλωττίζω
abandonar, abandono
εγκαταλείπω
apretar, aprieto
σφίγγω
desabotonar, desabotono
ξεκουμπώνω
roncar, ronco
ροχαλίζω
adelgazar, adelgazo
αδυνατίζω, λεπταίνω
conocer (a), conozco (a)
γνωρίζω (τον / την)
perder, pierdo
χάνω
plegar, pliego, doblar, doblo
διπλώνω, λυγίζω
heredar, heredo
κληρονομώ
aconsejar (a), aconsejo (a)
συμβουλεύω (τον / την)
llegar, llego (a), arribar, arribo (a)
φτάνω (στο) (ΑΠΟ ΤΑΞΙΔΙ) (ΟΧΙ ΦΤΑΝΩ ΚΑΤΙ πχ ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ)
ganar, gano
κερδίζω
comparar, comparo
συγκρίνω
pagar, pago
πληρώνω
brincar, brinco
χοροπηδώ
presionar (a), presiono (a)
πιέζω (τον / την)
tragar, trago
καταπίνω
impedir, impido
εμποδίζω
permitir, permito
επιτρέπω
subrayar, subrayo
υπογραμμίζω
traer, traigo
φέρνω, φέρω
conseguir, consigo
πετυχαίνω
derribar, derribo
γκρεμίζω
olvidar, olvido, olvidarse, me olvido
ξεχνώ, ξεχνιέμαι
respetar, respeto
σέβομαι
rechazar, rechazo
απορρίπτω
exigir (a), exijo (a), requerir, requiero
απαιτώ (από τον / από την)
cautivar, cautivo, capturar, capturo
αιχμαλωτίζω
desmayar, desmayo
λιποθυμώ
soler, suelo
συνηθίζω (να κάνω κάτι)
golpear (a), golpeo (a)
χτυπώ (τον / την) (ΚΑΠΟΙΟΝ - ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ) (ΟΧΙ ΚΟΥΔΟΥΝΙ)
juzgar, juzgo
δικάζω, κρίνω
adelantar, adelanto
προωθώ, προσπερνώ
destinar, destino
προορίζω, καθορίζω
tender, tiendo
απλώνω (πχ ρούχα)
pescar, pesco
ψαρεύω
separarse, me separo
χωρίζω (ΠΑΙΡΝΩ ΔΙΑΖΥΓΙΟ)
emborracharse, me emborracho
μεθώ
asegurar, aseguro, certificar, certifico, afirmar, afirmo
βεβαιώνω
detener (a), detengo (a), arrestar (a), arresto (a)
συλλαμβάνω, φυλακίζω (τον / την)
esclarecer, esclarezco
διαλευκάνω
comportarse, me comporto
συμπεριφέρομαι
dudar, dudo
αμφιβάλλω
intercambiar, intercambio
ανταλλάσσω
desatar, desato
λύνω (ΚΑΤΙ ΔΕΜΕΝΟ)
formular, formulo
διατυπώνω
insistir, insisto
επιμένω
oscilar, oscilo
κυμαίνομαι, ταλαντεύομαι
repasar, repaso
ξαναπερνάω, διορθώνω, ελέγχω αν υπάρχει λάθος
grabar, grabo
ηχογραφώ, εγγράφω, χαράζω, σκαλίζω
medir, mido
μετρώ (για διαστάσεις, το ζάχαρο, το ύψος κλπ) (ΟΧΙ ΜΕΤΡΩ ΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ)
cruzar, cruzo
σταυρώνω, περνώ τον δρόμο
encarcelar, encarcelo
φυλακίζω
acostar, acuesto
ξαπλώνω κάποιον για να κοιμηθεί
rogar, ruego
παρακαλώ (κάποιον), θερμοπαρακαλώ, ικετεύω, εκλιπαρώ, (ΑΠΑΡΧΑΙΩΜΕΝΟ: προσεύχομαι. Αντικαταστάθηκε από το rezar, rezo)
pitar, pito
κορνάρω
tender (a), tiendo (a)
τείνω να, έχω κλίση προς
devolver, devuelvo
επιστρέφω κάτι σε κάποιον, δίνω πίσω, γυρίζω πίσω κάτι που πήρα
defender (a), defiendo (a)
αμύνομαι, υπερασπίζομαι (τον /την)
apuntar, apunto
σημειώνω, στοχεύω, σημαδεύω (ΜΕ ΟΠΛΟ), δείχνω
proporcionar, proporciono, proveer, proveo
παρέχω
despedir (a), despido (a)
αποχαιρετώ (κάποιον που φεύγει, ενώ εγώ μένω), ξεπροβοδίζω, απολύω (τον / την)
tumbarse, me tumbo
ξαπλώνω (ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ)
madrugar, madrugo
ξυπνάω νωρίς, ξενυχτάω, ξημερώνομαι
quitarse, me quito
βγάζω (τα ρούχα μου)
referirse (a), me refiero (a)
αναφέρομαι (σε / στον, στην)
estrellarse, me estrello
συντρίβομαι
vencer, venzo
νικώ
cursar, curso
φοιτώ
concluir, concluyo, deducir, deduzco
συμπεραίνω
charlar, charlo
κουβεντιάζω, συζητώ (ΟΧΙ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ)
ahorrar, ahorro
εξοικονομώ, αποταμιεύω
inaugurar, inauguro
εγκαινιάζω
reforzar (a), refuerzo (a)
δυναμώνω (τον / την)
fregar, friego
σφουγγαρίζω, πλένω πιάτα
agotar, agoto
εξαντλώ
reservar, reservo, hacer reserva, hago reserva
κάνω κράτηση θέσης, κλίνω θέση, διατηρώ
presumir, presumo, enorgullecerse, me enorgullezco
υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι, επιδεικνύω
echar, echo, tirar, tiro
πετώ (κάτι), ρίχνω
verificar, verifico
εξακριβώνω, επαληθεύω, ελέγχω
solicitar, solicito
αιτούμαι
indicar, indico
υποδεικνύω, υποδηλώνω
acostumbrarse, me acostumbro
συνηθίζω (κάποιον ή κάτι)
eliminar, elimino, erradicar, erradico
εξαλείφω, αποβάλλω, περιορίζω, αφαιρώ, απομακρύνω
interrumpir, interrumpo
διακόπτω
resistir, resisto
αντιστέκομαι, αντέχω
criar, crío
ανατρέφω, εκτρέφω, θηλάζω
fijarse, me fijo
κοιτάζω προσεκτικά
percibir, percibo
αντιλαμβάνομαι
conformarse (con), me conformo (con)
συμβιβάζομαι (με)
pararse, me paro, estoy parado
στέκομαι, σταματώ (ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ)
explorar, exploro
εξερευνώ
tratar, trato
μεταχειρίζομαι, συμπεριφέρομαι, θεραπεύω, φροντίζω, δοκιμάζω
murmurar, murmuro
μουρμουρίζω
guardar, guardo
φυλάω, σώζω, διατηρώ, κάνω save στον Η/Υ
volcar, vuelco
ανατρέπω, αναποδογυρίζω
acelerar, acelero
επιταχύνω
realizar, realizo
πραγματοποιώ
retardar, retardo
επιβραδύνω, καθυστερώ
coincidir, coincido
συμπίπτω, συμφωνώ
firmar, firmo
υπογράφω
convertir, convierto
μετατρέπω
aportar, aporto
συμβάλλω, συνεισφέρω, εισφέρω
desenvolver, desenvuelvo
ξεμπερδεύω, ξεπακετάρω, ξετυλίγω
confundirse, me confundo
μπερδεύομαι
alejarse, me alejo
απομακρύνομαι
inmigrar, inmigro
μεταναστεύω
comentar, comento
σχολιάζω
comprobar, compruebo
επαληθεύω, επιβεβαιώνω, διαπιστώνω, ελέγχω (την ορθότητα)
alojarse, me alojo
διαμένω
compartir, comparto
μοιράζομαι
traicionar, traiciono
προδίδω
sobrevivir, sobrevivo
επιζώ, επιβιώνω
acudir, acudo
πηγαίνω (σε συγκεκριμένο ραντεβού), συμμετέχω (σε συνάντηση κλπ), παρίσταμαι, έρχομαι με κάποιον
planear, planeo
σχεδιάζω (να κάνω κάτι) (ΟΧΙ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ, ΣΚΙΤΣΑ ΚΛΠ)
disponer, dispongo
διαθέτω
cumplir, cumplo
εκπληρώνω, τηρώ
evadir, evado
διαφεύγω, ξεφεύγω
estar señalando, estoy señalando
δείχνω (...με το δάχτυλο) (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
repartir, reparto
μοιράζω, διανέμω
predominar, predomino
κυριαρχώ, υπερισχύω, επικρατώ
reaccionar, reacciono
αντιδρώ
imponer, impongo
επιβάλλω, επικρατώ
negociar, negocio
διαπραγματεύομαι
navegar, navego, hago surf
σερφάρω, κάνω σέρφινγκ
atreverse, me atrevo
τολμώ
suscribirse, me suscribo
εγγράφομαι συνδρομητής
hacer peregrinación, hago peregrinación
προσκυνώ
jubilarse, me jubilo
συνταξιοδοτούμαι
divorciarse, me divorcio
παίρνω διαζύγιο
subestimar, subestimo
υποτιμώ
consultarse, me consulto, consultar, consulto
συμβουλεύομαι
coleccionar, colecciono, recopilar, recopilo
συλλέγω
diseñar, diseño
σχεδιάζω (ως καλλιτέχνης ή ως επαγγελματίας σχεδιαστής)
reconstruir, reconstruyo
ξαναφτιάχνω, ανακατασκευάζω, ανοικοδομώ, ανασυγκροτώ
pretender, pretendo
ισχυρίζομαι, αξιώνω, απαιτώ, διεκδικώ, προσποιούμαι, προσπαθώ
escapar, escapo
δραπετεύω, διαφεύγω
reir, río
γελάω, γελώ
enterrar, entierro, sepultar, sepulto
θάβω
bastar, basto
αρκώ, επαρκώ, φτάνω (σε επάρκεια)
pelar, pelo
καθαρίζω (ΦΡΟΥΤΑ, ΛΑΧΑΝΙΚΑ κλπ), ξεφλουδίζω, κουρεύω, ξεπουπουλιάζω, γδέρνω
modificar, modifico
τροποποιώ
entristecer, entristezco
θλίβω, λυπώ, στεναχωρώ
dañar, daño, perjudicar, perjudico
βλάπτω, ζημιώνω
agradecer, agradezco
ευγνωμονώ, ευχαριστώ
hospedar, hospedo
φιλοξενώ
ayudar (a), ayudo (a)
βοηθάω (τον / την)
redactar, redacto
συντάσσω, υπαγορεύω
convenir, convengo
συμφέρω, συμφωνώ, βολεύω
incorporar, incorporo, integrar, integro
ενσωματώνω
aferrarse (a), me afierro (a)
κρατιέμαι (από), αγκιστρώνομαι, γαντζώνομαι, γραπώνομαι, προσκολλώμαι
garantizar, garantizo
εγγυώμαι
calificar, califico
αξιολογώ, βαθμολογώ
preferir, prefiero
προτιμώ
mearse, me meo
κατουριέμαι
afeitar, afeito, rapar, rapo
ξυρίζω
sangrar, sangro
αιμορραγώ, ματώνω
pecar, peco
αμαρτάνω
obligar (a), obligo (a)
υποχρεώνω, αναγκάζω, εξαναγκάζω, επιβάλλω (τον / την) (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ coercer, coerzo)
entrar, entro, ingresar, ingreso
εισέρχομαι, μπαίνω μέσα
interesarse, me intereso
ενδιαφέρομαι
tolerar, tolero, soportar, soporto
ανέχομαι, υπομαίνω
impulsar, impulso
ωθώ
dormirse, me duermo
αποκοιμιέμαι
registrar, registro
καταγράφω, καταχωρώ
apelar, apelo
εφεσιβάλλω, ασκώ έφεση (αίτηση αναιρέσεως)
sucumbir, sucumbo
υποκύπτω, ενδίδω
oponerse, me opongo
αντιτίθεμαι, αντιτάσσομαι, εναντιώνομαι, διατυπώνω αντιρρήσεις
censurar (a), censuro (a)
επικρίνω (τον / την), λογοκρίνω, επιπλήττω, βάζω τις φωνές, κατσαδιάζω
fotografiarse, me fotografío
φωτογραφίζομαι
comprometerse, me comprometo
δεσμεύομαι, συμβιβάζομαι, αρραβωνιάζομαι
imponerse, me impongo
επιβάλλομαι
sumergir, sumerjo
βυθίζω
imputar, imputo, atribuir, atribuyo
αποδίδω, καταλογίζω, απονέμω
arrasar, arraso
ισοπεδώνω
notificar, notifico
γνωστοποιώ, κοινοποιώ, πληροφορώ, ενημερώνω
absolver (a), absuelvo (a)
απαλάσσω, αθωώνω (τον / την)
imitar (a), imito (a)
μιμούμαι (τον / την)
difundir, difundo
διαδίδω, μεταδίδω
ampliar, amplío
διευρύνω, φαρδαίνω, μεγενθύνω
interrogar, interrogo
ανακρίνω
falsificar, falsifico
πλαστογραφώ, παραποιώ, παραχαράσσω, διαστρεβλώνω
criticar (a), critico (a)
κριτικάρω, κατακρίνω, κρίνω (τον / την)
sujetar, sujeto
περιδένω, προσδένω, περισφίγγω, στερεώνω, κρατώ
encabezar, encabezo
ηγούμαι, είμαι επικεφαλής
aludir, aludo
υπαινίσσομαι, αναφέρομαι, μνημονεύω, επικαλούμαι, υπονοώ
fascinar (a), fascino (a)
συναρπάζω (τον / την)
protagonizar, protagonizo
πρωταγωνιστώ
concebir, concibo
διανοούμαι, φαντάζομαι, συλλαμβάνω, μένω έγκυος, αντιλαμβάνομαι
bombardear, bombardeo
βομβαρδίζω
encubrir, encubro
καλύπτω λάθη, συγκαλύπτω, αποσιωπώ, αποκρύβω
rascar, rasco
ξύνω
ayunar, ayuno
νηστεύω
cojear, cojeo
κουτσαίνω
analizar, analizo
αναλύω
cotizar, cotizo, aportar, aporto
εισφέρω, συνεισφέρω, προσφέρω
zarpar, zarpo
σαλπάρω
desembarcar, desembarco
αποβιβάζομαι
sancionar, sanciono
κυρώνω, επικυρώνω, εγκρίνω
encadenar, encadeno
αλυσοδένω
replicar, replico
αντιλέγω, αντιμιλώ, απαντώ, αντικρούω, αντιγράφω
favorecer, favorezco
ευνοώ, προάγω, ενθαρρύνω
reconciliar, reconcilio, conciliar, concilio
συμφιλιώνω, συμβιβάζω, διευθετώ
enfurecer (a), enfurezco (a)
εξοργίζω, εξαγριώνω, κάνω έξω φρενών, εκνευρίζω (τον / την)
recuperar, recupero
ανακτώ, ανακάμπτω, ξαναβρίσκω, αναρρώνω, ξαναπαίρνω, συνέρχομαι
circular, circulo
κυκλοφορώ
tropezar, tropiezo
σκοντάφτω, προσκρούω, παραπατώ, κάνω σφάλμα
hacer cosquillas, hago cosquillas
γαργαλάω, γαργαλώ
rodear, rodeo
κυκλώνω, περικυκλώνω, περιβάλλω, περικλείω
vigilar, vigilo
επιβλέπω, επιτηρώ, εποπτεύω, προσέχω (ως φύλακας), φρουρώ, φυλάσσω, επαγρυπνώ
malgastar, malgasto, despilfarrar, despilfarro
σπαταλώ, καταξοδεύω, χαραμίζω
azotar, azoto
δέρνω, μαστιγώνω
escupir (a), escupo (a)
φτύνω (τον / την)
kickear, kickeo
κικάρω (διώχνω κάποιον από ένα παιχνίδι ή μια σελίδα στο ίντερνετ)
asustar (a), asusto (a)
φοβίζω, εκφοβίζω, τρομάζω, αποκαρδιώνω, αποθαρρύνω, σκιάζω (τον / την)
tener por finalidad, tengo por finalidad
αποσκοπώ
diferir, difiero
διαφέρω, διαφωνώ, διίσταμαι
abstenerse, me abstengo
απέχω, συγκρατούμαι, κρατιέμαι να μην κάνω κάτι
torturar, torturo
βασανίζω
desbloquear, desbloqueo
ξεμπλοκάρω, ξεκλειδώνω, ανοίγω
coordinar, coordino
συντονίζω
voltear, volteo
γυρίζω (ΟΧΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ), αναστρέφω, στρέφω, γυρνάω
insinuar, insinúo
υπαινίσσομαι, υπονοώ
seducir (a), seduzco (a)
γοητεύω, σαγηνεύω, αποπλανώ, ξελογιάζω, κατακτώ (ερωτικά) (τον / την)
alojar, alojo
στεγάζω, παρέχω κατάλυμα, φιλοξενώ
internarse, me interno
διεισδύω
despreciar (a), desprecio (a), desdeñar (a), desdeño (a)
περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την)
estar de luto, estoy de luto
πενθώ, είμαι σε πένθος, έχω πένθος
pulverizar, pulverizo
ραντίζω, ψεκάζω, σπάω (το ρεκόρ)
evaporar, evaporo
εξατμίζω
escurrir, escurro, drenar, dreno
στραγγίζω, στείβω
especificar, especifico
καθορίζω, προσδιορίζω, ξεκαθαρίζω, συγκεκριμενοποιώ
propagar, propago
εξαπλώνω, μεταδίδω
constituir, constituyo
αποτελώ, συνιστώ, συστήνω, συγκροτώ, ιδρύω
enchufarse, me enchufo
μπαίνω με μέσο, μπαίνω με βύσμα, συνδέομαι στην πρίζα
radicar, radico
έγκειμαι, βρίσκομαι
acatar, acato
συμμορφώνομαι, τηρώ
domesticar (a), domestico (a)
εξημερώνω (τον / την / το)
desahuciar, desahucio
κάνω έξωση, εκδιώκω
coercer, coerzo
εξαναγκάζω, αναγκάζω (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ obligar, obligo)
timar, timo
ξεγελώ, εξαπατώ (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ engañar, engaño), την φέρνω σε κάποιον, δουλεύω κάποιον
espiar (a), espío (a)
κατασκοπεύω (τον / την)
atrincherarse, me atrinchero
οχυρώνωμαι , κλείνωμαι
equivaler (a), equivalgo (a)
ισοδυναμώ (με)
ridiculizar (a), ridiculizo (a)
γελοιοποιώ (τον / την)
adaptarse, me adopto
προσαρμόζομαι, εξοικειώνομαι
implementar, implemento
υλοποιώ, εφαρμόζω
rebosar, reboso
ξεχειλίζω, υπερχειλίζω
calzar, calzo
σφηνώνω, παπουτσώνω κάποιον, φοράω σε κάποιον (ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ, ΜΠΟΤΕΣ ΚΛΠ)
anegar, anego
πλημμυρίζω (...κάτι άλλο - ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ)
anegarse, me anego
πλημμυρίζω (ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ)