Level 127 Level 129
Level 128

Επίθετα 1


341 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
el adjetivo
επίθετο (γραμματικής)
delgado, flaco, fino
αδύνατος, λεπτός, αμυδρός, λεπτοκαμωμένος, κοκαλιάρης, ισχνός
gordo
χοντρός, χοντρό, παχύς (ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ-ΖΩΑ)
el local, local
τοπικός, τοπικό
mundial
παγκόσμιος
el conocido, conocido
γνωστός, μετοχή ρήματος conocer = γνωρίζω. ***γνωρίσει
el desconocido
άγνωστος, άγνωστο
seco
ξερός, στεγνός
el / la diligente
ο / η επιμελής
tradicional
παραδοσιακός (ΕΠΙΘΕΤΟ)
el / la fácil
εύκολος, εύκολο / εύκολη
el / la difícil
δύσκολος, δύσκολο / δύσκολη
el / la salvaje
άγριος / άγρια / άγριο
domesticado
εξημερωμένος
salado, salino
αλμυρός
desempleado, parado
άνεργος
tranquilo
ήσυχος, ήρεμος
hermoso, guapo
όμορφος (ΚΥΡΙΩΣ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ)
feo
άσχημος
irrelevante
άσχετος / άσχετη
gratis, gratuitamente, de forma gratuita, gratuito
δωρεάν
caro
ακριβός, ακριβό
barato
φτηνός, φτηνό
el / la fiel
πιστός / πιστή
muerto
νεκρός, πεθαμένος, σκοτωμένος
lógico
λογικό, λογικός
el / la valiente
γενναίος, τολμηρός, παλικάρι / γενναία, τολμηρή
el / la impresionante
εντυπωσιακός / εντυπωσιακή
mágico
μαγικός, μαγικό
misterioso
μυστηριώδης, μυστήριος
ilegal
παράνομος
inteligente, (ser+) listo
έξυπνος / έξυπνη, νοήμων
tonto
χαζός, χαζέ! ανόητος
el / la fuerte, poderoso
δυνατός / δυνατή, δυνατός
débil, flojo, delicado
αδύναμος, χωρίς δύναμη
nuevo
καινούργιος, νέος
bajo
κοντός (άνθρωπος), σιγανός (σε ήχο), χαμηλά (σε ύψος), κάτω από
delicioso, rico, sabroso
νόστιμος, νόστιμο, γευστικός
insipido,
άνοστος, άγευστος
el dulce
γλυκός / γλυκιά / γλυκό
el amargo
πικρός, πικρό
mucho
πολύς, πολύ (ΓΙΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ)
hostil
εχθρικός
defensivo
αμυντικός
agresivo
επιθετικός (ΟΧΙ ΠΑΙΚΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ)
grave, serio
σοβαρός / σοβαρή / σοβαρό
divertido
διασκεδαστικό, αστείο (ΓΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΤΑΙΝΙΕΣ κλπ) (ΟΧΙ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ)
significativo, importante
σημαντικός, σπουδαίος / σημαντική, σπουδαία
insignificante
ασήμαντος / ασήμαντη
orgulloso
περήφανος
humilde
ταπεινός / ταπεινή
cortés, gentil, amable
ευγενής, ευγενικός
rudo
αγενής, τραχύς, ανώμαλος, σκληρός
cobarde
δειλός / δειλή
infiel
άπιστος
estricto
αυστηρός
ordinario
συνηθισμένος (με την κακή έννοια), αυτός που δεν είναι τίποτα το σπουδαίο, κοινότυπος
inusual, insólito, raro
ασυνήθιστος, ασυνήθιστο
normal
κανονικός / κανονική / κανονικό, φυσιολογικό
el / la superior
ανώτερος / ανώτερη / ανώτερο
subalterno
κατώτερος, υποδεέστερος
sano
υγιής
el / la paciente
υπομονετικός / υπομονετική, ο / η ασθενής
el / la saludable
υγιεινός / υγιεινή
el / la insalubre
ανθυγιεινός / ανθυγιεινή
limpio
καθαρός, καθαρό, καθαρίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
sucio
βρώμικος, λερωμένος, βρωμιάρης, άπλυτος, άλουστος, ακάθαρτος, βρωμιάρη!
apretado
σφιχτός
suelto
χαλαρός, λυμένος, ψιλά χρήματα
el / la alegre
χαρούμενος, κεφάτος / χαρούμενη, κεφάτη
triste
ο / η λυπημένος, θλιμμένος, θλιβερός
duro
σκληρός
el / la suave
μαλακός / μαλακή / μαλακό, απαλός, ήπιος
rico
πλούσιος, νόστιμος
el / la pobre
φτωχός / φτωχή
espacioso
ευρύχωρος, ευρύχωρο
el / la ardiente
καυτός / καυτή / καυτό
el frío
κρύο, κρύος, τηγανίζω (α' πρόσωπο ενικού)
tibio, templado
χλιαρός, χλιαρό
húmedo
υγρός (ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΤΟΥ ΣΤΕΓΝΟΥ)
enojado, enfadado, resentido
θυμωμένος, νευριασμένος, τσατισμένος, εκνευρισμένος
ansioso
αγχώδης (ΟΧΙ ΑΓΧΩΜΕΝΟΣ)
lleno
γεμάτος, γεμίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα), χορτάτος
vacío
άδειος, κενός, κενό, αδειάζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
perezoso, vago
τεμπέλης, αμελής, οκνηρός
vivo
ζωντανός, ζωηρός, ζω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
usado, de segunda mano
χρησιμοποιημένος, μεταχειρισμένος, από δεύτερο χέρι
contemporáneo, moderno
σύγχρονος, μοντέρνος
femenino
γυναικείος, θηλυκός, θηλυκό, θηλυκή
el infantil
βρέφος, νήπιο, παιδικός
colorado
χρωματιστός, χρωματιστό
legal
νόμιμος
alto
ψηλός, δυνατός (σε ήχο), ψηλά (σε ύψος)
rápido
γρήγορος, γρήγορο
lento
αργός, αργό
aumentado
αυξημένος
reducido
μειωμένος
de este año
φετινός / φετινή
del año pasado
περσινός / περσινή
el / la feliz
ευτυχισμένος, ευτυχισμένο / ευτυχισμένη
el medio, la mitad
μισός, μισό, μέση, (το) μέσο(ν)
el / la central
κεντρικός / κεντρική / κεντρικό
oblicuo
πλάγιος, λοξός
él de al lado
διπλανός
de vidrio
γυάλινος / γυάλινη
de madera
ξύλινος / ξύλινη
metálico
μεταλλικός, μεταλλικό
curioso
περίεργος, αυτός που νοιώθει περιέργεια (ΟΧΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ)
el / la indiferente
αδιάφορος / αδιάφορη
el / la interesante
ενδιαφέρων / ενδιαφέρουσα
abierto
ανοιχτός, ανοιχτό, μετοχή του ρήματος abrir (= ανοίγω), κοινωνικός, ανοιγμένος
cerrado
κλειστός, κλειστό, εσωστρεφής, κλεισμένος
encerrado
κλειδωμένος
el seguro
σίγουρος, ασφαλής, ασφάλεια (ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ πχ αυτοκινήτου)
doloroso
οδυνηρός, επώδυνος, αλγεινός
el / la sonriente
χαμογελαστός / χαμογελαστή
el / la sensible
ευαίσθητος, ευαίσθητο / ευαίσθητη
1) el / la inconsciente, 2) el inconsciente
1) αναίσθητος / αναίσθητη, 2) (στην ψυχολογία....:) το ασυνείδητο
apático
απαθής
el / la capaz, el / la competente
ικανός / ικανή
el / la incapaz, el inhabilitado, la inhabilitada
ανίκανος / ανίκανη
el / la enorme
γιγάντιος / γιγάντια
microscópico
μικροσκοπικός
famoso, notorio, célebre
διάσημος, φημισμένος
puntiagudo
αιχμηρός
roto
σπασμένος
honesto
τίμιος, έντιμος
tímido
ντροπαλός
delantero
μπροστινός
confundido, confuso
μπερδεμένος, μπερδεμένο, συγχυσμένος
complicado, complejo
περίπλοκος, πολύπλοκος
lluvioso
βροχερός
de hoy
σημερινός / σημερινή
el / la anarquista
αναρχικός / αναρχική
satisfecho
ικανοποιημένος
de ayer
χθεσινός / χθεσινή
peligroso
επικίνδυνος, επικίνδυνο
el útil, útil
εργαλείο / χρήσιμος, χρήσιμο
atractivo
γοητευτικός, ελκυστικός, δόλωμα
olvidado
ξεχασμένος, ξεχασμένο
cercano
κοντινός
lejano
μακρινός / μακρινή / μακρινό
romántico
ρομαντικός
ilustrado
εικονογραφημένος, εικονογραφημένο
sincero, franco
ειλικρινής
violento
βίαιος, βίαιο
creativo
δημιουργικός
conversacional
ομιλητικός, συζητήσιμος
el / la sociable
κοινωνικός / κοινωνική
dinámico
δυναμικός
egoísta
εγωιστής / εγωίστρια
el / la torpe
ο / η απρόσεκτος, αδέξιος, χαζός, σκράπας, άσχετος
tacaño
τσιγκούνης, τσιφούτης
el / la persistente
επίμονος / επίμονη
corrupto, depravado
διεφθαρμένος
nervioso, angustiado
αγχωμένος (ΟΧΙ ΑΓΧΩΔΗΣ), νευρικός
necesario, imprescindible, indispensable
αναγκαίος, αναγκαίο, απαραίτητος, απαραίτητο
celoso
ζηλιάρης
mentiroso
ψεύτης
saciado, lleno
χορτάτος
el gruñón
γκρινιάρης
la gruñona
γκρινιάρα
hablador, charlatán
φλύαρος, πολυλογάς
rasgado
σχισμένος, σχισμένο, σχιστό
el / la inigualable, el / la incomparable
ο / η απαράμιλλος, ασύγκριτος, ασυναγώνιστος
decorativo
διακοσμητικός
encantado
μαγεμένος, χάρηκα πολύ, γοητευμένος (ΟΧΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΣ)
excepcional
εξαιρετικός
completo
πλήρης
el / la elegante, el atildado / la atildada
κομψός, περιποιημένος / κομψή, περιποιημένη
repulsivo
αποκρουστικός
el plástico, de plástico
πλαστικό, πλαστικός
aislado
απομονωμένος, αποκομμένος, μεμονωμένος
introvertido, cerrado
εσωστρεφής
extrovertido
εξωστρεφής
redondo
στρογγυλός, στρογγυλό, στρουμπουλός, παχουλός
podrido
σάπιος, σάπιο
obediente
υπάκουος / υπάκουη
codicioso
άπληστος
borracho
μεθυσμένος, μεθύστακας, μπεκρής, μέθυσος
gaseado, carbonatado
ανθρακούχος, ανθρακούχο
el / la refrescante
δροσιστικός / δροσιστική / δροσιστικό
autoritario
αυταρχικός
extraordinario
έκτακτος, εξαιρετικός, μοναδικός, ασυνήθιστος
el amistoso, el / la amable
φιλικός, ευγενικός / φιλική, ευγενική
el / la neutral
ουδέτερος / ουδέτερη / ουδέτερο
tumbado
ξαπλωμένος, ξαπλωτός (ΟΧΙ ΓΙΑ ΥΠΝΟ)
el / la inflamable
εύφλεκτος / εύφλεκτη
venenoso
δηλητηριώδης
inmovil
ακίνητος
cómodo
άνετος, βολικός, άνετο, βολικό
demostrado
αποδεδειγμένος, επιβεβαιωμένος
preocupado
ανήσυχος
el máximo
μέγιστος, μέγιστο
envenenado
δηλητηριασμένος
1) plano / 2) plano, llano
1) σχέδιο / 2) επίπεδος, επίπεδο, ίσιο
inolvidable
αξέχαστος / αξέχαστη / αξέχαστο
insatisfecho
ανικανοποίητος
atado
δεμένος, δεμένο
misericordioso
φιλεύσπλαχνος
el / la potencial
εν δυνάμει, δυνητικός, που θα μπορούσε να γίνει, πιθανός
difícil para distinguir
δυσδιάκριτος
pacífico
ειρηνικός, φιλειρηνικός, γαλήνιος
colgado, ahorcado
κρεμασμένος
el dispuesto, el / la disponible
πρόθυμος, διατεθειμένος, διαθέσιμος
incierto
αβέβαιος (ΟΧΙ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ), αβέβαιο
arrodillado
γονατιστός
insoportable, intolerable
ανυπόφορος, αβάσταχτος
deplorable
αξιολύπητος, αξιοθρήνητος
involuntario
ακούσιος, αυτός που γίνεται χωρίς την θέλησή μας
el / la miserable
άθλιος, άθλιο / άθλια
preferible (que)
προτιμότερος / προτιμότερη / προτιμότερο (από)
estable, fijo, constante
σταθερός, στέρεος, μόνιμος
preferido, favorito
αγαπημένο, προτιμώμενο
dedicado
αφιερωμένος, αφοσιωμένος
excesivo, exagerado, demasiado
υπερβολικός, υπέρμετρος, περίσσιος
alquilado
νοικιασμένος, νοικιασμένο
conectado
συνδεδεμένος
el pesquero, pesquero
αλιευτικό σκάφος, αλιεία, ψαράδικος, αλιευτικός
el / la progresista
προοδευτικός (ιδίως πολιτικά), προοδευτική, προοδευτικό
regresivo, retrógrado
οπισθοδρομικός
marítimo
θαλάσσιος
el / la pesimista
απαισιόδοξος / απαισιόδοξη
el / la optimista
αισιόδοξος / αισιόδοξη
amueblado
επιπλωμένο
el periférico
περιφερειακός, περιφερειακός δρόμος, παράκαμψη
frívolo
επιπόλαιος
brillante
αστραφτερός, λαμπρός, λαμπερός, λαμπερό
contento
ευχαρίστηση, ευχαριστημένος
gourmet, gastrónomo
καλοφαγάς
levantadο
σηκωμένος, σηκωμένο
excluido
αποκλεισμένος, εξαιρούμενος
estirado
τεντωμένος, απλωμένος
inevitable
αναπόφευκτος / αναπόφευκτη / αναπόφευκτο
unitario
ενιαίος, ενιαίο, ενωτικός
el / la compatible
συμβατός / συμβατή / συμβατό
mojado
βρεγμένος
el / la informal
ανεπίσημος / ανεπίσημη / ανεπίσημο
el obeso
παχύσαρκος
familiarizado
εξοικειωμένος
elevado
υψωμένος, ανυψωμένος, ανισόπεδος, αυξημένος
empaquetado
πακεταρισμένος, πακεταρισμένο
dubitativo
αβέβαιος (ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ), όχι σίγουρος
desesperante, frustrante
απογοητευτικός
el / la hipócrita
υποκριτής, υποκριτικός
quemado
καμένος, καμένο, καύση, κάψιμο
satisfactorio
ικανοποιητικός
sorprendido
έκπληκτος
exigido
απαιτούμενος, απαιτούμενο
arrugado
τσαλακωμένος, ζαρωμένος, μαραμένος, ρυτιδιασμένος
furioso
έξαλλος, οργισμένος, εξαγριωμένος
pecador
αμαρτωλός
vistoso
γραφικός (σε περιγραφές)
abrupto
απότομος, απότομο
el / la inexplicable
ανεξήγητος / ανεξήγητη / ανεξήγητο
el impostor
απατεώνας, αγύρτης
el / la experimental
πειραματικός / πειραματική / πειραματικό
el / la espiritual
ο / η πνευματικός
el / la vulnerable
ευάλωτος / ευάλωτη / ευάλωτο, ευπαθής, ευπαθές
zurdo
αριστερόχειρας
el / la medioambiental, el / la ambiental
περιβαλλοντικός / περιβαλλοντική / περιβαλλοντικό
el / la fulminante
κεραυνοβόλος, αστραπιαίος, αιφνίδιος
el / la irresponsable
ανεύθυνος / ανεύθυνη / ανεύθυνο
el presunto
υποτιθέμενος, υποτιθέμενο
intrépido
ατρόμητος, άφοβος
encapuchado
κουκουλοφόρος
el / la justificable
δικαιολογημένος / δικαιολογημένη / δικαιολογημένο
el fallido
αποτυχημένος, αποτυχημένο
el / la intolerante, implacable, inexorable
αδιάλλακτος, μισαλλόδοξος, μη ανεκτικός, ανυποχώρητος, αμείλικτος
crucial / crítico
κρίσιμος, ουσιώδης, αποφασιστικός / κρίσιμος
descarado
θρασύς, αυθάδης, ιταμός
viril
ανδροπρεπής, αρρενωπός
deslizante, resbaladizo, escurridizo
ολισθηρός, γλιστερός, ασύλληπτος, άπιαστος, δυσεύρετος
el invasor
εισβολέας
el / la imperdonable
ασυγχώρητος / ασυγχώρητη / ασυγχώρητο
rudimentario
υποτυπώδης, στοιχειώδης
involucrado
εμπλεκόμενος, μπλεγμένος
televisivo
τηλεοπτικός
letal, mortal, mortífero, fatal
θανατηφόρος, θανατηφόρο
el / la matinal
πρωινός / πρωινή / πρωινό (ΕΠΙΘΕΤΟ) (ΟΧΙ ΩΣ ΦΑΓΗΤΟ)
desarollado
ανεπτυγμένος, εξελιγμένος
controvertido, controversial, ambiguo
αμφιλεγόμενος, αμφισβητούμενος, επίμαχος
almacenado
αποθηκευμένος, αποθηκευμένο
aventurero
τυχοδιώκτης, περιπετειώδης
embrujado
στοιχειωμένος, στοιχειωμένο (ΟΧΙ ΜΑΓΕΜΕΝΟΣ)
cierto
βέβαιος, ορισμένος
teórico
θεωρητικός, θεωρητικό
carismático
χαρισματικός
abstemio
αυτός που δεν πίνει καθόλου αλκοόλ, αντιαλκοολικός, εγκρατής
revoltoso
άτακτος, σκανδαλιάρης
el / la secesionista
αποσχιστικός, αποσχιστική, αποσχιστικό
cargado
φορτωμένος, φορτισμένος (για μπαταρίες κλπ), δυνατός (για ποτά, καφέ κλπ)
vertical
κάθετος, κατακόρυφος
el / la desechable
μιας χρήσης, μιας χρήσεως
el / la potente
ισχυρός, δραστικός
bruto
ακατέργαστος, ακαθάριστος, άξεστος, αγριάνθρωπος, κτηνώδης
abstracto, distraído
αφηρημένος
vengativo
εκδικητικός
propio
ο ίδιος (από προσωπική άποψη - ΟΧΙ ΟΜΟΙΟΣ), δικός, κατάλληλος
el / la mediocre
μέτριος (με την αρνητική έννοια), παρακατιανός, χαμηλών επιδόσεων
el / la proverbial
ο / η παροιμιώδης
grotesco
αλλόκοτος, αποκρουστικός, τερατώδης, παράξενος, περίεργος
inédito
αδημοσίευτο, ακυκλοφόρητο, ανέκδοτο (που δεν έχει εκδοθεί), πρωτοφανής
ingenuo
αφελής, ευκολόπιστος, άβγαλτος, αγαθός
manual
χειροκίνητος, εγχειρίδιο
ingenioso
οξυδερκής, εφευρετικός, οξύνους, επινοητικός, ευφυής
el / la potable
πόσιμος, πόσιμη, πόσιμο
partidista, discriminatorio, parcial
μεροληπτικός
equilibrado
ισορροπημένος
establecido, instalado
εγκατεστημένος, εγκατεστημένο
amanerado
εξεζητημένος, παράξενος, θηλυπρεπής
feroz
θηριώδης, ζωώδης, μοχθηρός, άγριος, κακός
arbitrario
αυθαίρετος
vergonzoso
ντροπιαστικός, επαίσχυντος, επονείδιστος, ντροπαλός
ahumado
καπνιστός, καπνισμένος
omnívoro
παμφάγος, παμφάγο
desgarrador
σπαρακτικός, συνταρακτικός, αποκαρδιωτικός, θλιβερός, συγκλονιστικός
asalariado
μισθωτός
infeccioso
λοιμώδης, μολυσματικός
el / la incurable
ανίατος, ανίατη, ανίατο
Navideño / de Navidad
χριστουγεννιάτικος, χριστουγεννιάτικο / των Χριστουγέννων
deshidratado
αφυδατωμένος
drogado
ναρκωμένος, μαστουρωμένος
encubierto
συγκαλυμμένος, κεκαλυμμένος, αφανής, κρυφός, μυστικός
implicado
εμπλεκόμενος, εμπλεκόμενο
el / la indudable
αναμφίβολος, αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος, ξεκάθαρος (ΟΧΙ indiscutible)
el estanco
πάγκος, καπνοπωλείο, στεγανός, στεγανό, υδατοστεγής, αδιάβροχος
denso
πυκνός, πυκνό
el / la impenetrable
αδιαπέραστος, αδιαπέραστη, αδιαπέραστο
el / la transeúnte
περαστικός, περαστική
el / la irresoluble
ο / η / το άλυτος, αδιάλυτος
contaminado, infectado
μολυσμένος, μολυσμένο
el mulato, el mestizo, el criollo
ο / η μιγάς, μιγάδας, κρεολός, πολυφυλετικός
cancerígeno
καρκινογόνος (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΚΑΡΚΙΝΙΚΟΣ, ΟΧΙ ΚΑΡΚΙΝΟΓΟΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ)
abotonado, abrochado
κουμπωμένος, κουμπωμένο
ignífugo
πυρίμαχος, αλεξίπυρος, αντιπυρικός
aromatizado
αρωματισμένος, αρωματισμένο
hecho
μετοχή ρήματος hacer = κάνω, (***κάνει), γεγονός, φτιαγμένος, φτιαγμένο
transexual
τρανσέξουαλ, φυλομεταβατικός
contradictorio
αντιφατικός, αντιφατικό
el / la fluvial
ο / η ποτάμιος, ποταμίσιος, σχετικός με ποτάμι