Level 116 Level 118
Level 117

Κατασκευές, Υλικά & Εργαλεία


312 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la construcción
κατασκευή, ανέγερση
los materiales
υλικά
el aluminio
αλουμίνιο
la parcela
οικόπεδο
la grúa
γερανός
la modernización
εκσυγχρονισμός
la teja
πλακάκι
el constructor
χτίστης, οικοδόμος
el vidrio
γυαλί, τζάμι
la base
βάση
el acero
ατσάλι, χάλυβας
el ladrillo
τούβλο
la creación
δημιουργία
el martillo
σφυρί
la hacha
τσεκούρι, μπαλτάς, πέλεκυς, χασαπομάχαιρο
la fundación
θεμέλιο, θεμελίωση, ίδρυμα
la producción
παραγωγή
el clavo
καρφί, καρφώνω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el tornillo
βίδα
el cemento
τσιμέντο (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ σκυρόδεμα, μπετόν)
el mármol
μάρμαρο
la pala
φτυάρι, φτυαράκι
la azada
τσάπα
el artesano
τεχνίτης
derribar, derribo
γκρεμίζω
romper, rompo
σπάω, χαλάω
cavar, cavo, excavar, excavo
σκάβω, εκσπάπτω
atar, ato
δένω
el serrucho, la sierra
πριόνι
la regadera
ποτιστήρι
la obra
έργο, εργοτάξιο
la erección
ανόρθωση, στύση
el alambre
σύρμα
la plataforma
πλατφόρμα, αποβάθρα, εξέδρα
la bomba
βόμβα, αντλία
la goma
λάστιχο (ΟΧΙ ΟΧΗΜΑΤΟΣ), λαστιχάκι (μαλλιών), σβήστρα, γομολάστιχα, τσίχλα
la pintura
ζωγραφική, πίνακας ζωγραφικής, ζωγραφιά, μπογιά
la demolición, el derribo
κατεδάφιση
el plomo
μόλυβδος
el espacio
διάστημα, χώρος
el edificio
κτίριο, οικοδομή, πολυκατοικία
la cuerda, la soga
χορδή (ΜΟΝΟ Η 1η ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΛΕΞΗ), σχοινί, σκοινί
el hierro
σίδηρος, σίδερο (ΟΧΙ Η ΣΥΣΚΕΥΗ ΣΙΔΕΡΩΜΑΤΟΣ)
el cobre
χαλκός
la madera
ξύλο
el imán
μαγνήτης
el oro / de oro
χρυσός (ΣΑΝ ΥΛΙΚΟ) / από χρυσό
la arcilla
πηλός, άργιλος
el destornillador
κατσαβίδι
el herrumbre, la escoria
σκουριά (διάβρωση σιδήρου)
la corrosión, la erosión
διάβρωση
la porcelana
πορσελάνη
el taladro
τρυπάνι
la lima
λίμα (εργαλείο για λιμάρισμα), μοσχολέμονο, λάιμ
el tornillo de banco
μέγγενη, σφιγκτήρας
la elaboración
επεξεργασία
clavar, clavo
καρφώνω
clavado
καρφωμένος
cortar, corto
κόβω
pintar, pinto
βάφω, ζωγραφίζω, μπογιατίζω
el trabajador
εργαζόμενος, εργατικός, εργάτης
el trabajo, trabajo
εργασία, δουλειά, δουλεύω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el laboratorio
εργαστήριο
el obrero, el trabajador
εργάτης
el técnico
τεχνικός (επάγγελμα)
artificial
τεχνητό, τεχνητός
el pincel
πινέλο
la herramienta
εργαλείο
el barro, el fango
λάσπη, σκουπίζω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
el muro
τοίχος (εξωτερικός)
la pared
τοίχος (εσωτερικός), τοίχωμα
el plástico, de plástico
πλαστικό, πλαστικός
metálico
μεταλλικός, μεταλλικό
el metal
μέταλλο
hecho a mano
χειροποίητο, χειροποίητος
químico, el químico
χημικό, χημικός
el gas
αέριο, καυσαέριο, ανθρακικό
oleoducto
αγωγός πετρελαίου
gasoducto
αγωγός φυσικού αερίου
el corte, corte
κόψιμο, κοπή, διακοπή, αυλή (βασιλική αυλή - οι άνθρωποι του βασιλιά), κόψτε! (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
se cortó
κόπηκε (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
la escalera
σκάλα
el agujero
τρύπα
perforar, perforo
τρυπώ
el almacenamiento
αποθήκευση
el almacén
αποθήκη (κατάστημα ή μεγάλος χώρος)
construir, construyo
κατασκευάζω, χτίζω
el / la fabricante
κατασκευαστής / κατασκευάστρια
el pegamento, la cola
κόλλα
el balde, el cubo
κουβάς, κάδος
el camión
φορτηγό
el camionero
φορτηγατζής
cargar, cargo
φορτώνω, φορτίζω, ανεβάζω στο ίντερνετ (upload), χρεώνω, επιβαρύνω
la carga, el cargamento
φορτίο, φόρτωση
la descarga, descarga
ξεφόρτωμα, εκφόρτωση, εκκένωση, ξεφορτώνει, ξεφόρτωσε! (ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ)
descargar, descargo
ξεφορτώνω, κατεβάζω (download)
el azulejo
πλακάκι, Κενταύριο ο κυανός (είδος μπλε βοτάνου), κεραμίδι
de madera
ξύλινος / ξύλινη
la piedra
πέτρα, λίθος
la arena
άμμος, αρένα
tirar, tiro
τραβώ, σέρνω, πετώ (κάτι), ρίχνω, έλξατε
el cartón, la caja de cartón
χαρτόκουτο
el papel
χαρτί, ρόλος (στο σινεμά)
la máquina
μηχανή, μηχάνημα
el mecanismo, el dispositivo
μηχανισμός
el ingeniero civil
πολιτικός μηχανικός
la arquitectura
αρχιτεκτονική
envolver, envuelvo
τυλίγω
empaquetar, empaqueto
πακετάρω
el paquete
πακέτο, δέμα
la excavadora
εκσκαφέας
la excavación
ανασκαφή, εκσκαφή, σκάψιμο
el asfalto
άσφαλτος
las materias primas
πρώτες ύλες
la industria
βιομηχανία
la industrialización
βιομηχανοποίηση
el / la industrialista
βιομήχανος
la fabrica pequeña
βιοτεχνία
la mina
ορυχείο, νάρκη
el mineral
ορυκτό, ορυκτός, μετάλλευμα, μεταλλικό στοιχείο
la fábrica
εργοστάσιο
la obra de arte
έργο τέχνης
el arte
τέχνη
la tecnología
τεχνολογία
corto
κοντό (για πράγματα), κόβω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
bajo
κοντός (άνθρωπος), σιγανός (σε ήχο), χαμηλά (σε ύψος), κάτω από
alto
ψηλός, δυνατός (σε ήχο), ψηλά (σε ύψος)
de cuero, de piel
δερμάτινο, δερμάτινα
de algodón
βαμβακερό
de lana
μάλλινο
de vidrio
γυάλινος / γυάλινη
de seda
μεταξωτός, μεταξωτό
el chapapote, el alquitrán
πίσσα
la gasolina
βενζίνη
marcar, marco
σημαδεύω (με χρώμα, χάραγμα κλπ, ΟΧΙ ΜΕ ΟΠΛΟ), μαρκάρω, σημειώνω, σχηματίζω αριθμό
crear, creo
δημιουργώ
la creatividad
δημιουργικότητα
creativo
δημιουργικός
creador
Δημιουργός, δημιουργός
el empresario
επιχειρηματίας
la empresa, la corporación
επιχείρηση, εταιρία
el tractor
τρακτέρ, τραχτέρ
cansado
κουρασμένος
desatar, desato
λύνω (ΚΑΤΙ ΔΕΜΕΝΟ)
el alfiler
καρφίτσα
el diseñador
σχεδιαστής
el puente
γέφυρα / ΣΕ ΑΡΓΚΟ: τριήμερο στο τέλος της εβδομάδας, το Παρασκευοσαββατοκύριακο
la casa, el hogar
σπίτι, οικία
la seguridad
ασφάλεια (ΟΧΙ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ)
guadaña
δρεπάνι
puntiagudo
αιχμηρός
el / los alicates
πένσα, τανάλια
la motosierra
αλυσοπρίονο
tablón
σανίδι, σανίδα, πίνακας (ΟΧΙ ΣΧΟΛΙΚΟΣ, ΟΧΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ)
la polea
τροχαλία
el ascensor, el elevador
ασανσέρ, ανελκυστήρας
el ascenso
άνοδος, ανάβαση
escalar, escalo, trepar, trepo
αναρριχώμαι, ανεβαίνω (πχ βουνό), σκαρφαλώνω
bajarse, me bajo
κατεβαίνω
poner, pongo, meter, meto
βάζω
cubrir, cubro
σκεπάζω
el cobertizo
υπόστεγο
apoyar (a), apoyo (a)
στηρίζω (τον / την)
el apoyo, apoyo
υποστήριξη, στήριξη, υποστηρίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα), συμπαράσταση
aguantar, aguanto
αντέχω
caer, caigo
πέφτω
formar, formo
σχηματίζω
el contrato
συμβόλαιο, συμφωνητικό, σύμβαση
el petróleo
πετρέλαιο
pozo de petróleo
πετρελαιοπηγή
el gas natural
φυσικό αέριο
el tubo
ο σωλήνας, το σωληνάριο
el drenaje
αποχέτευση
el taller
συνεργείο
el socio
συνεργάτης, συνεταίρος, εταίρος
reparar, reparo
επισκευάζω, επιδιορθώνω
la reparación
επισκευή
corregir (a), corrijo (a), revisar, reviso, rectificar, rectifico
διορθώνω (τον /την)
la corrección, la revisión
διόρθωση, αναθεώρηση
el fontanero
υδραυλικός (ως επάγγελμα)
la terminología técnica
τεχνική ορολογία
el remolque
ρυμουλκούμενο, ρυμουλκό, τρέιλερ, μπαγκαζιέρα
la pieza de recambio, el recambio
ανταλλακτικό
el algodón
βαμβάκι
la caja
κουτί, κιβώτιο, ταμείο, αγροτική κλούβα-κάσα, καφάσι, τελάρο
el cable
καλώδιο
el cable de fibra óptica
καλώδιο οπτικών ινών
la grava
χαλίκι
el / la agente
πράκτορας, αντιπρόσωπος, μεσίτης / μεσίτρια, τροχονόμος
estropeado, roto
χαλασμένος, κατεστραμένος
el palo
ραβδί, πάσσαλος, γκλόμπ
el rastrillo
τσουγκράνα
la ferretería
σιδηρουργείο, κατάστημα με εργαλεία και χρώματα
el fallo técnico
τεχνική βλάβη
el / la inflamable
εύφλεκτος / εύφλεκτη
ahorro energía
εξοικονομώ ενέργεια
inaugurar, inauguro
εγκαινιάζω
la placa
πλάκα (ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ) (ΟΧΙ ΤΟ ΑΣΤΕΙΟ)
la plata
ασήμι
el barril
βαρέλι
fundir, fundo, derretir, derrito
λιώνω
el gancho
γάντζος, άγκιστρο, αγκίστρι (ΟΧΙ ΔΟΛΩΜΑ)
el nudo
κόμπος
el proyecto
σχέδιο, μελέτη (σε έργα, επιχειρήσεις κλπ)
la palanca
μοχλός
está en construcción
είναι υπό κατασκευή, είναι υπό ανέγερση
está reparando...
επισκευάζει (επιδιορθώνει)... (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
elaborar, elaboro, procesar, proceso
επεξεργάζομαι, παρασκευάζω
la viga
δοκός, δοκάρι
elaborado
επεξεργασμένος, επεξεργασμένο
la reconstrucción
ανοικοδόμηση, ανασυγκρότηση, ανακατασκευή, ξαναφτιάξιμο, αναπαράσταση
cerrado por obras
κλειστό για επισκευές, κλειστό λόγω έργων
el lubricante
λιπαντικό, γράσο
el sellado, sellado
σφράγισμα, σφραγισμένος, σφραγισμένο (ΟΧΙ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΟ)
reconstruir, reconstruyo
ξαναφτιάχνω, ανακατασκευάζω, ανοικοδομώ, ανασυγκροτώ
resistente (al...)
ανθεκτικός / ανθεκτική / ανθεκτικό (στο...)
la substancia, la esencia
ουσία
la lámina
φύλλο (ΟΧΙ ΦΥΤΟΥ ή ΔΕΝΤΡΟΥ), φύλλο χαρτιού, έλασμα, λεπτό φύλλο μετάλλου
el embalaje, el envoltorio
συσκευασία, περιτύλιγμα, μπόγος, πακετάρισμα (και ως διαδικασία)
envuelto
τυλιγμένος, τυλιγμένο
empaquetado
πακεταρισμένος, πακεταρισμένο
la carretilla
καρότσι, καροτσάκι, χειραμάξι (ΟΧΙ ΤΟΥ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ)
el aguarrás, la trementina
νέφτι, τερεβινθέλαιο
la fuga, la huida
φυγή, διαφυγή, διαρροή
la sierra
οροσειρά, πριόνι
el muelle
σούστα, ελατήριο
el gas licuado
υγραέριο
arrasar, arraso
ισοπεδώνω
la escisión
εκτομή, απόσχιση, περικοπή, αποκοπή, σχάση, διάσπαση
la fusión
λιώσιμο, τήξη, συγχώνευση, συνένωση
la mutación
μετάλλαξη, μεταλλαγή
la conversión
μετατροπή, μετάβαση
convertir, convierto
μετατρέπω
el / la frágil
εύθραυστος, εύθραυστη, εύθραυστο
el yacimiento
κοίτασμα, απόθεμα, αρχαιολογική τοποθεσία
la escoria
απόβρασμα, κάθαρμα, σκουριά
la cal
ασβέστης
la deficiencia
έλλειψη, ελάττωμα, ανεπάρκεια, κακοτεχνία
la perforación
γεώτρηση, διάτρηση, τρύπημα
la pasta
μακαρόνια, ζυμαρικά, ζυμάρι, πολτός / ΣΕ ΑΡΓΚΟ: φράγκα, λεφτά (= dinero)
almacenar, almaceno
αποθηκεύω
almacenado
αποθηκευμένος, αποθηκευμένο
el contrachapado
κόντρα πλακέ
el bulldozer, el buldócer, la topadora
μπουλντόζα
llamé al técnico
κάλεσα τον τεχνικό, φώναξα τον τεχνικό
el aspirador
αναρροφητήρας, αναρροφητής αερίων
el cerrajero
κλειδαράς
el acueducto
αγωγός νερού
reparan la avería
επισκευάζουν τη βλάβη
la radioactividad
ραδιενέργεια
radiactivo
ραδιενεργός, ραδιενεργό
bruto
ακατέργαστος, ακαθάριστος, άξεστος, αγριάνθρωπος, κτηνώδης
provenir, provengo, proceder, procedo
προέρχομαι, κατάγομαι
pegajoso
κολλητικός, κολλώδης, γλοιώδης
la fricción
τριβή, τρίψιμο
la minería
εξόρυξη, μεταλλευτική
el caucho
καουτσούκ, επίσωτρο, ελαστικό
el azufre
θειάφι, θείον, θείο
el consorcio
κοινοπραξία
la horquilla
τσιμπιδάκι για τα μαλλιά, φουρκέτα, τσουγκράνα, διχαλωτή καρφίδα
llevo cosas / llevo las cosas
κουβαλάω πράγματα / κουβαλάω τα πράγματα
llevar, llevo
φορώ (ΕΧΩ ΦΟΡΕΜΕΝΟ ΠΑΝΩ ΜΟΥ), φέρω, φέρνω, κουβαλώ, μεταφέρω
el contenedor
κοντέινερ, εμπορευματοκιβώτιο, κάδος
manual
χειροκίνητος, εγχειρίδιο
la artesanía, la manualidad
χειροτεχνία, εργόχειρο
el petrolero
πετρελαιοφόρο
la manipulación, el manejo
χειρισμός
el estibador
λιμενεργάτης, φορτοεκφορτωτής
la furgoneta
βαν (κλειστό φορτηγάκι)
la camioneta
φορτηγάκι (με ανοιχτή καρότσα), αγροτικό αυτοκίνητο
transportar, transporto
μεταφέρω
ingenioso
οξυδερκής, εφευρετικός, οξύνους, επινοητικός, ευφυής
el bombeo
άντληση
la desalinización
αφαλάτωση
la dispersión
διασπορά, διασκορπισμός, διάχυση, διάδοση
la fabricación
παρασκευή (ΟΧΙ Η ΗΜΕΡΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ), παραγωγή, κατασκευή
la aspiración (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ambición)
εισρόφηση, αναρρόφηση, ρούφηγμα, μυτιά, απορρόφηση, προσδοκία, φιλοδοξία
obturar, obturo
σφραγίζω (ΚΑΙ ΓΙΑ ΔΟΝΤΙΑ), φράσσω, στεγανοποιώ, βουλώνω, στουπώνω
la absorción
απορρόφηση (ΟΧΙ ΑΝΑΡΡΟΦΗΣΗ)
la tabacalera
καπνοβιομηχανία
el amianto, el asbesto
αμίαντος
minero
μεταλλωρύχος, ανθρακωρύχος, εργάτης ορυχείου
el estanco
πάγκος, καπνοπωλείο, στεγανός, στεγανό, υδατοστεγής, αδιάβροχος
la extensa red
εκτεταμένο δίκτυο, εκτενές δίκτυο
la fluidez
ρευστότητα, ευφράδεια
denso
πυκνός, πυκνό
la densidad
πυκνότητα
compacto
συμπαγής, συμπαγές
el / la impenetrable
αδιαπέραστος, αδιαπέραστη, αδιαπέραστο
rascar, rasco
ξύνω
sólido
στερεό, στερεός
líquido
υγρό, υγρός (ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΡΕΥΣΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ)
montar (a), monto (a)
καβαλάω (άλογο, μοτοσυκλέτα, αεροπλάνο κλπ), ανεβαίνω πάνω σε, συναρμολογώ, μοντάρω, στήνω, φτιάχνω (το)
la consistencia
σύσταση (ΥΛΙΚΟΥ), συνοχή, συνέπεια (ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ)
el éter
αιθέρας
la planta industrial
βιομηχανική εγκατάσταση, βιομηχανική μονάδα, εργοστάσιο, βιομηχανικό φυτό
el / la multilateral
ο/ η πολυμερής, πολύπλευρος, πολυμορφικός, με πάμπολλες χρήσεις
el / la irresoluble
ο / η / το άλυτος, αδιάλυτος
la interconexión
διασύνδεση, αλληλοσυνδεόμενο δίκτυο
la pavimentadora
οδοστρωτήρας
el hormigón
σκυρόδεμα, μπετόν (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΤΣΙΜΕΝΤΟ)
implementar, implemento
υλοποιώ, εφαρμόζω
implementarse, me implemento
υλοποιούμαι
el granito
σπυράκι (υποκοριστικό του σπυρί) (ΟΧΙ el grano, la espinilla), γρανίτης (ΤΟ ΠΕΤΡΩΜΑ)
esparcir, esparzo
σκορπώ, σκορπίζω, διασκορπίζω, διασπείρω, πασπαλίζω, ψεκάζω, πιτσιλώ
rebosar, reboso
ξεχειλίζω, υπερχειλίζω
la cañería
σωληνώσεις, υδραυλικά
ignífugo
πυρίμαχος, αλεξίπυρος, αντιπυρικός
hecho
μετοχή ρήματος hacer = κάνω, (***κάνει), γεγονός, φτιαγμένος, φτιαγμένο
la alambrada
συρματόπλεγμα, συρμάτινος φράχτης, περίφραξη με σύρμα
la abertura
άνοιγμα (γενικά), στόμιο, σκίσιμο (σε ρούχο)
calzar, calzo
σφηνώνω, παπουτσώνω κάποιον, φοράω σε κάποιον (ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ, ΜΠΟΤΕΣ ΚΛΠ)