Level 113 Level 115
Level 114

Αποδοκιμασία & Δυσαρέσκεια


72 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la desaprobación, la censura
αποδοκιμασία
desagrado, descontento, insatisfacción
δυσαρέσκεια
no
όχι
nunca, jamás
ποτέ
nada
τίποτα (ΧΩΡΙΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ), κολυμπάει (γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
malo
κακός, κακό, άσχημα (ΕΠΙΡΡΗΜΑ)
nunca más
ποτέ πια, ποτέ ξανά (ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ)
estoy descontento
είμαι δυσαρεστημένος
peor
χειρότερα (επίρρημα), χειρότερος, χειρότερο
desafortunadamente, desgraciadamente
δυστυχώς
negar, niego
αρνούμαι
muy mal
πολύ άσχημα
horrible
φρικτός
qué malo
τι κακός
qué feo
τι άσχημος
qué pena
τι κρίμα, κρίμα
qué mala suerte
τι ατυχία
es una injusticia
είναι αδικία, είναι άδικο
está mal, es incorrecto, está equivocado
είναι λάθος
son mentiras
είναι ψέματα
no quiero oir
δεν θέλω ν' ακούσω
no acepto
δεν δέχομαι
estoy enfadado (enojado, resentido)
είμαι θυμωμένος, είμαι νευριασμένος
no me gusta, no me encanta
δεν μου αρέσει
no me ha gustado
δεν μου έχει αρέσει, δεν μου άρεσε (ΣΕ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟ)
lo siento mucho
λυπάμαι πολύ
le pido perdón
σας ζητώ συγνώμη
estoy en contra
είμαι κατά (εναντίον)
mala idea
κακή ιδέα
no estoy de acuerdo
δεν είμαι σύμφωνος
la objeción
αντίρρηση, ένσταση
el desacuerdo
διαφωνία
la molestia
ενόχληση
inaceptable, inadmisible
απαράδεκτος / απαρέδεκτη
vete
φύγε! πήγαινε! πάνε!
no me interesa
δεν με ενδιαφέρει
idos
πηγαίνετε! φύγετε! (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
váyase
φύγετε! (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
no quiero
δεν θέλω
el / la desagradable
δυσάρεστος / δυσάρεστη / δυσάρεστο
la negación
άρνηση
negativo
αρνητικός
odiar (a), odio (a)
μισώ (τον / την), σιχαίνομαι (τον / την)
rechazar, rechazo
απορρίπτω
nunca jamás (μία φράση)
ποτέ των ποτών (έντονη άρνηση)
el desprecio / desprecio
η περιφρόνηση, το σνομπάρισμα / περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την) (α' πρόσωπο ενεστώτα)
el / la molestante
ενοχλητικός / ενοχλητική
molestar (a), molesto (a)
ενοχλώ (τον / την)
el enfado, la bronca
θυμός
burlarse, me burlo
κοροϊδεύω
decepcionado
απογοητευμένος
la culpa, la culpabilidad
ενοχή, σφάλμα, φταίξιμο, υπαιτιότητα
el / la culpable
ένοχος / ένοχη
no me gustó
δεν μου άρεσε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
la acusación
κατηγορία (πχ σε δικαστήριο) (ΟΧΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ, ΕΙΔΟΥΣ, ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ), καταγγελία, μήνυση
la indignación
αγανάκτηση, αποτροπιασμός, οργή
tengo muchas deficiencias
έχω πολλές ελλείψεις
Me gustaría hablar con el director
θα ήθελα να μιλήσω με τον υπεύθυνο (διευθυντή)
Quisiera cancelar el pedido
Θα ήθελα να ακυρώσω την παραγγελία
la censura
λογοκρισία, αποδοκιμασία, απαρέσκεια, επίκριση
ahuyentar, ahuyento, echar, echo
διώχνω, αποβάλλω
kickear, kickeo
κικάρω (διώχνω κάποιον από ένα παιχνίδι ή μια σελίδα στο ίντερνετ)
la controversia
αμφισβήτηση, επίμαχο ζήτημα, αίτιο αντιπαράθεσης
cuestionar, cuestiono
αμφισβητώ
la burla, la mofa
κοροϊδία, λοιδορία, χλευασμός
la repulsión
απώθηση, αποστροφή
repulsivo
αποκρουστικός
vergonzoso
ντροπιαστικός, επαίσχυντος, επονείδιστος, ντροπαλός
ridiculizar (a), ridiculizo (a)
γελοιοποιώ (τον / την)
anormal
αφύσικος, μη φυσιολογικός, ασυνήθιστος, αντικανονικός, ανώμαλος
el gamín / la gamina
παλιόπαιδο, διαβολάκι
mocoso
μυξιάρικο, βρωμόπαιδο