Level 111 Level 113
Level 112

Καταστροφές & Θύματα


301 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
el desastre, la destrucción, la devastación
καταστροφή
la víctima
θύμα
destruir, destruyo
καταστρέφω
demoledor
συντριπτικός, καταστρεπτικός, της κατεδάφισης
el accidente
ατύχημα, τροχαίο
la desgracia, el infortunio
ατυχία, δυσμένεια
desafortunado
άτυχος
la sangre
αίμα
el incendio
πυρκαγιά
la inundación
πλημμύρα
el terremoto
σεισμός
el extintor
πυροσβεστήρας
los bomberos
πυροσβεστική, πυροσβέστες
el bombero
πυροσβέστης
la camilla
φορείο
el hospital
νοσοκομείο
la lesión, el trauma
τραύμα
el herido
τραυματίας, πληγωμένος, χτυπημένος, τραυματισμένος
la herida
πληγή, πληγωμένη, χτυπημένη, τραυματισμένη
la ambulancia
ασθενοφόρο
la quemadura
έγκαυμα
ahogo
πνιγμός, πνίγω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
ahogar (a,) ahogo (a)
πνίγω (τον / την)
la muerte
θάνατος, χάρος
el rescate
διάσωση, λύτρα
los rescatados
διασωθέντες
el flotador, el / los salvavidas
σωσίβιο, σωσίβια
el oxígeno
οξυγόνο
los primeros auxilios
πρώτες βοήθειες
la caída
πτώση
el huracán
τυφώνας
el tornado, el torbellino
ανεμοστρόβιλος
la sequía, la escasez de agua
ξηρασία, λειψυδρία
la explosión, el estallido, la erupción
έκρηξη
la bomba
βόμβα, αντλία
la sangría
αφαίμαξη, κόκκινο κρασί με φρούτα
la intoxicación
δηλητηρίαση
el veneno
δηλητήριο
el suicidio
αυτοκτονία
asesinato
δολοφονία, φόνος
el asesino
δολοφόνος
enfrentarse, me enfrento
συγκρούομαι (όχι για οχήματα)
el conflicto
διαμάχη, σύρραξη, καυγάς
muerto
νεκρός, πεθαμένος, σκοτωμένος
urgencia
επείγον (ως κατάσταση - επίρρημα) (ΟΧΙ ΕΠΙΘΕΤΟ)
el médico, médico
ο / η ιατρός, ιατρικός, γιατρός
el taller
συνεργείο
el desmayo, desmayo
λιποθυμία, λιποθυμώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
desmayar, desmayo
λιποθυμώ
1) el / la inconsciente, 2) el inconsciente
1) αναίσθητος / αναίσθητη, 2) (στην ψυχολογία....:) το ασυνείδητο
la fractura
κάταγμα, σπάσιμο
la salvación
σωτηρία, διάσωση
el refugio
καταφύγιο
enfermera
η νοσηλεύτρια, η νοσοκόμα
el enfermero
ο νοσηλευτής, ο νοσοκόμος
la transfusión
μετάγγιση
la pérdida
απώλεια, χάσιμο
la policía
η αστυνομία, η αστυνομικός
el policía
ο αστυνομικός
peligro, riesgo
κίνδυνος, ρίσκο
peligroso
επικίνδυνος, επικίνδυνο
el refugiado
πρόσφυγας
la ayuda, el socorro
(η) βοήθεια (ουσιαστικό)
socorro
Βοήθεια! (επιφώνημα)
el humo / el tabaco
καπνός
el granizo
χαλάζι
el glaciar
παγετώνας (ΟΧΙ ΠΑΓΕΤΟΣ - ΠΑΧΝΗ)
el naufragio
ναυάγιο
el náufrago
ναυαγός
el / la socorrista
ναυαγοσώστης, διασώστης / ναυαγοσώστρια, διασώστρια
morir, muero, fallecer, fallezco
πεθαίνω, αποβιώνω, ψοφάω
la transferencia
μεταβίβαση, μεταγραφή, μεταφορά
transportar, transporto
μεταφέρω
tirar, tiro
τραβώ, σέρνω, πετώ (κάτι), ρίχνω, έλξατε
quitar, quito
βγάζω (τα ΡΟΥΧΑ από κάποιον άλλο)
el vendaje
επίδεσμος
la plaga
επιδημία, παράσιτο, ζιζάνιο, πανδημία, πανούκλα, πανώλη, λοιμός
el desastre natural
φυσική καταστροφή
la dinamita
δυναμίτης
el terrorismo
τρομοκρατία
la organización terrorista
τρομοκρατική οργάνωση
los islamistas
ισλαμιστές
la tienda de campaña
σκηνή εξοχής
el apoyo, apoyo
υποστήριξη, στήριξη, υποστηρίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα), συμπαράσταση
apoyar (a), apoyo (a)
στηρίζω (τον / την)
la protección
προστασία
los alimentos
τρόφιμα
la droga
ναρκωτικό, φάρμακο
el cinturón de seguridad
ζώνη ασφαλείας
el antibalas
αλεξίσφαιρο
protectivo
προστατευτικός
el fuego
φωτιά
la alerta
συναγερμός
la falta (de)
έλλειψη, λείπει (γ' ενικό), λάθος (πχ στην ορθογραφία)
el derrumbe de un edificio
κατάρρευση κτιρίου
accidente aéreo
αεροπορικό δυστύχημα
atrapado
παγιδευμένος, εγκλωβισμένος
los escombros
συντρίμμια, μπάζα, χαλάσματα
los sobrevivientes, los supervivientes
επιζώντες
descarrilamiento de un tren
εκτροχιασμός τρένου
el lugar del accidente
τόπος του δυστυχήματος
el choque
σοκ, σύγκρουση, τρακάρισμα
los servicios de rescate
σωστικά συνεργεία, συνεργεία διάσωσης
los desaparecidos
αγνοούμενοι, εξαφανισμένοι, χαμένοι
las causas del accidente
τα αίτια του δυστυχήματος
las investigaciones
έρευνες
la búsqueda
αναζήτηση, ψάξιμο
alimentos y medicinas
τρόφιμα και φάρμακα
el ataque terrorista
τρομοκρατική επίθεση, τρομοκρατικό χτύπημα
gravemente herido
βαριά τραυματισμένος
levemente herido
ελαφρά τραυματισμένος
el / la testigo
μάρτυρας
el testigo presencial
αυτόπτης μάρτυρας
chocar, choco
τρακάρω, συγκρούομαι (για οχήματα)
chocó
συγκρούστηκε
caer, caigo
πέφτω
cayó, se cayó
έπεσε
golpear (a), golpeo (a)
χτυπώ (τον / την) (ΚΑΠΟΙΟΝ - ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ) (ΟΧΙ ΚΟΥΔΟΥΝΙ)
golpeó
χτύπησε (ΚΑΠΟΙΟΝ - ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ)
el golpe
χτύπημα, πλήγμα
la helada
παγωνιά, παγωμένη
la tormenta de nieve
χιονοθύελλα
avión de extinción de incendios
πυροσβεστικό αεροπλάνο
el helicóptero
ελικόπτερο
la máscara de oxígeno, la mascarilla de oxígeno
μάσκα οξυγόνου
el bote salvavidas
ναυαγοσωστική λέμβος
el altavoz, el portavoz
ηχείο, μεγάφωνο
los perros entrenados
εκπαιδευμένα σκυλιά
cuidarse, me cuido, tengo cuidado
προσέχω, φροντίζω (αυτοπαθές, τον εαυτό μου) (ΟΧΙ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΛΛΟΝ)
ten cuidado, cuídate
πρόσεχε! , να προσέχεις! (να έχεις φροντίδα, φρόντισε τον εαυτό σου)
cuídese
προσέχετε! (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
cuídense
προσέχετε! (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
sepulturero
νεκροθάφτης
el cementerio
νεκροταφείο
el deposito de cadáveres, la morguel
νεκροτομείο, νεκροφυλακείο
el coche fúnebre
νεκροφόρα
está muerto
είναι νεκρός, πέθανε, σκοτώθηκε
el / la impactante
συγκλονιστικός / συγκλονιστική / συγκλονιστικό
el tribunal, el juzgado, la corte
δικαστήριο
la sentencia
δικαστική απόφαση, καταδίκη
el juicio
δίκη
la acusación
κατηγορία (πχ σε δικαστήριο) (ΟΧΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ, ΕΙΔΟΥΣ, ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ), καταγγελία, μήνυση
el barranco, el cañon
φαράγγι, χαράδρα
el test de alcoholemia
αλκοτέστ
el autobús
λεωφορείο
el límite de velocidad
όριο ταχύτητας
el estado crítico
κρίσιμη κατάσταση
han confirmado
έχουν επιβεβαιώσει, επιβεβαίωσαν (ΣΕ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟ)
la información
πληροφορία
los pasajeros, los ocupantes
επιβάτες
esclarecer, esclarezco
διαλευκάνω
la aseguradora, la compañía de seguros
ασφαλιστική εταιρεία
el desastre ecológico
οικολογική καταστροφή
la responsabilidad
ευθύνη
el mal manejo
κακή διαχείριση, κακός χειρισμός
causa
αιτία
la mala calidad
η κακή ποιότητα
los materiales
υλικά
fallo, fracaso
αποτυχία, αποτυγχάνω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
es debido a/al
οφείλεται σε/στο
debido a/al
οφειλόμενο σε
las medidas de seguridad, las medidas cautelares
μέτρα ασφαλείας, ασφαλιστικά μέτρα
la falta de medidas de seguridad
έλλειψη μέτρων ασφαλείας
la salida de emergencia
έξοδος κινδύνου
a causa de, por
εξαιτίας
marea negra
πετρελαιοκηλίδα
estropeado, roto
χαλασμένος, κατεστραμένος
estropear, estropeo
χαλώ, καταστρέφω
el equipo de rescate
ομάδα διάσωσης, σωστικό συνεργείο
estrellarse, me estrello
συντρίβομαι
al estrellarse
κατά την συντριβή
el / la inflamable
εύφλεκτος / εύφλεκτη
está estropeado, está roto, está averiado
είναι χαλασμένο
el daño, la avería
βλάβη, ζημιά
salvar (a), salvo (a), guardar (a), guardo (a)
σώζω (τον / την)
está por los suelos
είναι υπο κατάρρευση
están en peligro
είναι σε κίνδυνο (ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ)
desastroso, catastrófico
καταστροφικός
el experto, el perito
εμπειρογνώμονας, ειδικός
el derrumbe, el colapso
κατάρρευση
la grieta, la hendidura
ρωγμή, χαραμάδα, σχισμή, ράγισμα
el camillero
τραυματιοφορέας
quedó destruido
καταστράφηκε
quedo inservible
αχρηστεύτηκε
en mal estado
σε κακή κατάσταση
herir, hiero
τραυματίζω, πληγώνω
sangrar, sangro
αιμορραγώ, ματώνω
la tragedia del vuelo
η αεροπορική τραγωδία, η τραγωδία της πτήσης
sobrevivir, sobrevivo
επιζώ, επιβιώνω
sobrevivió
επέζησε
luego del accidente
μετά το ατύχημα
las pequeñas lesiones
μικροτραυματισμοί
el alud, la avalancha
χιονοστιβάδα
sepultado, enterrado
θαμμένος
abandonado
εγκαταλειμμένος
siguen atrapados
συνεχίζουν να είναι εγκλωβισμένοι (παγιδευμένοι)
la víctima de violencia
θύμα βίας
la calamidad
συμφορά
la supervivencia
επιβίωση
la amputación, la mutilación
ακρωτηριασμός
el tumor
όγκος (ΚΑΡΚΙΝΙΚΟΣ)
arrasar, arraso
ισοπεδώνω
el / la vulnerable
ευάλωτος / ευάλωτη / ευάλωτο, ευπαθής, ευπαθές
apuñalado
μαχαιρωμένος
el deslizamiento
κατολίσθηση, ολίσθηση, ερπυσμός
bajo los escombros
κάτω απ' τα χαλάσματα, κάτω απ' τα συντρίμμια
buscan entre los escombros
ψάχνουν στα χαλάσματα, ψάχνουν στα συντρίμμια
quedó atrapado
έμεινε παγιδευμένος
sepultado bajo los escombros
θαμμένος κάτω απ' τα χαλάσματα, θαμμένος κάτω απ' τα συντρίμμια
el ataque suicida, el atentado suicida
επίθεση αυτοκτονίας, αυτοκτονική επίθεση
el ataque, el atentado
επίθεση
mutilado
ακρωτηριασμένος, ακρωτηριασμένο, κολοβωμένο, πετσοκομμένο, κατακρεουργημένος
el estado de emergencia
κατάσταση έκτακτης ανάγκης
atropellar, atropello
πατάω με το όχημα, χτυπώ κάποιον ή κάτι με το όχημα, καταπατώ, τσαλαπατώ
atropellado
πατημένος από όχημα, χτυπημένος από όχημα, καταπατημένος, τσαλαπατημένος
hundirse, me hundo
βουλιάζω, βυθίζομαι
se hundió
βούλιαξε, βυθίστηκε
desplomarse, me desplomo
καταρρέω, σωριάζομαι
letal, mortal, mortífero, fatal
θανατηφόρος, θανατηφόρο
grados en la escala de Richter
βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ (για σεισμούς)
de magnitud 6,7 en la escala de Richter
μεγέθους 6,7 της κλίμακας Ρίχτερ
Médicos Sin Fronteras (MSF)
Γιατροί Χωρίς Σύνορα (ΓΧΣ)
la ayuda humanitaria
ανθρωπιστική βοήθεια
la organización humanitaria
ανθρωπιστική οργάνωση
derribar, derribo
γκρεμίζω
el acantilado, el precipicio
γκρεμός, βάραθρο
precipitar, precipito
κατακρημνίζω, καταβαραθρώνω, γκρεμοτσακίζω, καταβυθίζω, καθιζάνω, κατακάθομαι, επιταχύνω, επισπεύδω
explotarse, me exploto, estallar, estallo
σκάω (ΠΑΘΗΤΙΚΑ), εκρήγνυμαι, ανατινάζομαι
explotar, exploto, reventar, revento
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ, σκάω (ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΑ), κάνω κάτι να εκραγεί
el ciclón
κυκλώνας
está reparando...
επισκευάζει (επιδιορθώνει)... (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
reparan la avería
επισκευάζουν τη βλάβη
la ruptura
ρήξη, θραύση, σπάσιμο
reparar, reparo
επισκευάζω, επιδιορθώνω
deslizarse, me deslizo
γλιστρώ, γλιστράω, ολισθαίνω
me deslicé
γλίστρησα
el incendio provocado
εμπρησμός
la ceniza
στάχτη
quemar, quemo, arder, ardo
καίω
ahogado
πνιγμένος
encerrar, encierro
εγκλωβίζω, κλείνω μέσα, εσωκλείω
atrapar, atrapo
παγιδεύω
guardar, guardo
φυλάω, σώζω, διατηρώ, κάνω save στον Η/Υ
la mina
ορυχείο, νάρκη
la cueva
σπηλιά, κάβα
el accidente laboral
εργατικό ατύχημα
el / la alpinista
ο / η ορειβάτης
el montañismo, el alpinismo
ορειβασία
hacer montañismo, hago montañismo
κάνω ορειβασία
la grúa
γερανός
la polea
τροχαλία
la deshidratación
αφυδάτωση
está en falta
είναι σε έλλειψη
la distribución
διανομή
el campamento
στρατόπεδο, κατασκήνωση
el acumulador
συσσωρευτής, αποταμιευτής, ρακοσυλλέκτης
el luto, el duelo
πένθος
estar de luto, estoy de luto
πενθώ, είμαι σε πένθος, έχω πένθος
el diluvio
κατακλυσμός
el torrente
χείμαρρος
poner en riesgo, pongo en riesgo, hacer peligrar, hago peligrar
θέτω σε κίνδυνο
perdió el control
έχασε τον έλεγχο
la bolsa de aire
αερόσακος
la mortalidad, la letalidad
θνησιμότητα
el campo de refugiados
καταυλισμός προσφύγων
el choque múltiple
καραμπόλα, πολλαπλό ατύχημα, πολλαπλή σύγκρουση
la electrocución
ηλεκτροπληξία (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΗΛΕΚΤΡΟΣΟΚ)
el electrochoque, el choque eléctrico
ηλεκτροσόκ (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΗΛΕΚΤΡΟΠΛΗΞΙΑ)
el hundimiento
βύθιση, κατάρρευση
la intemperie
κακοκαιρία
el / los cortafuegos
(το / τα) πυροπροστασία, τείχος προστασίας, πυρασφάλεια, αντιπυρικό
deshidratado
αφυδατωμένος
el vuelco
ανατροπή, αναποδογύρισμα, ανατρέπω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
volcar, vuelco
ανατρέπω, αναποδογυρίζω
el frío polar
πολικό ψύχος
el tsunami
τσουνάμι
la tormenta, la tempestad, la borrasca
καταιγίδα, θύελλα, τρικυμία
se echa sal para derretir la nieve
ρίχνεται αλάτι για να λιώσει το χιόνι (ΑΠΡΟΣΩΠΟ)
excluido
αποκλεισμένος, εξαιρούμενος
el volcán
ηφαίστειο
la lava
λάβα
la vacuna
εμβόλιο
la desnutrición
υποσιτισμός
la malaria
ελονοσία (κακός αέρας)
contagioso, de transmisión
μεταδοτικός
las enfermedades de transmisión
μεταδοτικά νοσήματα, μεταδιδόμενα νοσήματα, λοιμώδη νοσήματα
la tragedia
τραγωδία
voluntario
εθελοντικός, εκούσιος, εθελοντής
la colecta
έρανος
lesionarse, me lesiono
τραυματίζομαι
se lesionó, fue heridο (fue herida)
τραυματίστηκε
me lesioné
τραυματίστηκα
provoca problemas de circulación
προκαλεί κυκλοφοριακά προβλήματα
se rompe
σπάζει (γ' ενικό), διαλύεται (σε κομμάτια)
contaminado, infectado
μολυσμένος, μολυσμένο
contaminación, polución
μόλυνση, ρύπανση
el / la contaminante
ρυπογόνος, ρυπογόνο, μολυσματικό
la contaminación atmosférica
ατμοσφαιρική ρύπανση
las emisiones contaminantes
εκπομπές ρύπων
anegarse, me anego
πλημμυρίζω (ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ)
la vulnerabilidad
ευπάθεια, τρωτότητα, αδυναμία