Level 110 Level 112
Level 111

Πράγματα που μας ενοχλούν


291 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
las cosas que nos molestan
πράγματα που μας ενοχλούν
molestar (a), molesto (a)
ενοχλώ (τον / την)
la molestia
ενόχληση
el / la molestante
ενοχλητικός / ενοχλητική
me molesta
με ενοχλεί
no me molesta
δεν με ενοχλεί, δεν με πειράζει
me molestó
με ενόχλησε
no importa
δεν πειράζει
la gente que cree saberlo todo y no acepta opinion de nadie
οι άνθρωποι που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και δεν δέχονται τη γνώμη κανενός
la hipocresía
υποκρισία
la gente que habla a gritos
οι άνθρωποι που μιλούν φωνάζοντας
la impuntualidad
το να μην είσαι στην ώρα σου, η αργοπορία
las personas que se miran o hablan con aires de superioridad
τα άτομα που κοιτάνε ή μιλούν με υπεροψία
usar el teléfono móvil al conducir
το να χρησιμοποιείς το κινητό όταν οδηγείς
el atasco
το μποτιλιάρισμα
la gente que llega tarde
οι άνθρωποι που έρχονται αργά
los fumadores
οι καπνιστές
que nos dejen a la espera al teléfono
που μας αφήνουν στην αναμονή στο τηλέφωνο
la gente que no escucha
οι άνθρωποι που δεν θέλουν να σ' ακούσουν
no decir “gracias” o “por favor”
το να μη λες "ευχαριστώ" ή "παρακαλώ"
la gente que se muerde las uñas
οι άνθρωποι που τρων τα νύχια τους
alguien que se cuela en una cola
κάποιος που τρυπώνει στην ουρά χωρίς να είναι η σειρά του
la gente que se dice palabrotas todo el tiempo
οι άνθρωποι που βρίζουν όλη την ώρα
la mentira, la paja (paja ως ιδιωματισμός)
το ψέμα
la injusticia
η αδικία
un cuarto desordenado
ένα ακατάστατο δωμάτιο
personas que te dan su opinión sin que tu preguntes
άτομα που σου λεν τη γνώμη τους χωρίς να το ζητήσεις
personas que son maleducadas
άνθρωποι που είναι αγενείς
el ruido
ο θόρυβος (ΟΧΙ Η ΓΕΝΙΚΗ ΦΑΣΑΡΙΑ)
el jaleo, el bullicio, el barullo
η φασαρία (από πολύ κόσμο), η βαβούρα, η οχλοβοή, το μπάχαλο, ο χαμός
el desorden
ακαταστασία, διαταραχή
la suciedad
η βρωμιά
la indiscreción
η αδιακρισία
el insulto, insulto
προσβολή, βρισιά, βρίζω, προσβάλλω (α' ενικό πρόσωπο)
la palabrota
το βρωμόλογο
que te mientan cuando ya sabes la verdad
που σου λένε ψέματα ενώ ήδη ξέρεις την αλήθεια
caminar detrás de personas lentas
το να περπατάς πίσω από αργούς ανθρώπους
hablar con la boca llena
το να μιλάς με γεμάτο το στόμα
el eructo
το ρέψιμο
cuando alguien no se baña
όταν κάποιος δεν κάνει μπάνιο
cuando no te dejan dormir
όταν δεν σ' αφήνουν να κοιμηθείς
esperar al autobús
το να περιμένεις το λεωφορείο
cuando se acaba la gasolina
όταν τελειώνει η βενζίνη
se acaba la pila
τελειώνει η μπαταρία, έχω λίγη μπαταρία
tengo que colgar
πρέπει να κλείσω (το τηλέφωνο)
ya no puedo
δεν μπορώ πια
no puedo venir
δεν μπορώ να έρθω
no pasa nada
δεν τρέχει τίποτα (με την έννοια ότι δεν υπάρχει πρόβλημα) (= no importa)
estoy en apuros
είμαι σε μπελάδες, είμαι σε δύσκολη θέση, έχω πρόβλημα
no hay problema
κανένα πρόβλημα, δεν υπάρχει πρόβλημα
el paro, el desempleo
ανεργία, υποαπασχόληση
están esperando en la cola
περιμένουν στην ουρά / στη σειρά (πχ σε μια υπηρεσία) (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
la cola
ουρά
no puedo bajar de peso
δεν μπορώ να χάσω βάρος
tengo que perder algo de peso
πρέπει να χάσω λίγο βάρος
madrugar, madrugo
ξυπνάω νωρίς, ξενυχτάω, ξημερώνομαι
me levanto muy temprano
σηκώνομαι πολύ νωρίς
el despertador
ξυπνητήρι
suena el despertador
χτυπάει το ξυπνητήρι
tengo que ahorrar dinero
πρέπει να κάνω οικονομία, πρέπει να βάλω χρήματα στην άκρη
tenemos que darnos prisa
πρέπει να βιαστούμε
tenemos mucho trabajo
έχουμε πολύ δουλειά
tuve mucho trabajo
είχα πολύ δουλειά (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
las malas relaciones
κακές σχέσεις
las malas compañías
οι κακές παρέες
burlarse, me burlo
κοροϊδεύω
la falta de confianza
έλλειψη εμπιστοσύνης
los salarios bajos
οι χαμηλοί μισθοί
el alquiler es muy alto
το ενοίκιο είναι πολύ ψηλό
sin calefacción
χωρίς θέρμανση
no hay calefacción
δεν έχει θέρμανση
el mosquito
κουνούπι
la picadura, el pinchazo
τσίμπημα
nos pican los mosquitos
μας τσιμπούν τα κουνούπια
las horas extraordinarias
οι υπερωρίες
aborrecer, aborrezco
αντιπαθώ
antipático
αντιπαθητικός
el insomnio
η αϋπνία
el mal olor
η κακή μυρωδιά
de mal humor
κακοδιάθετος / κακοδιάθετη, με κακή διάθεση
de mala gana
κακός χαρακτήρας (ΟΧΙ Ο ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΚΑΚΟΔΙΑΘΕΤΟΣ), ο μαλαγάνας, απρόθυμα
huele mal
μυρίζει άσχημα
pasado de moda
παλιομοδίτικος, ντεμοντέ
La apariencia hermosa y por dentro es otra cosa
Από έξω κούκλα και από μέσα πανούκλα
la musica alta
η δυνατή μουσική
a volumen alto
έχοντας δυνατά την ένταση του ήχου, δυνατά
el gruñido
γκρίνια, μούγκρισμα, γρύλισμα
el gruñón
γκρινιάρης
la gruñona
γκρινιάρα
quejarse, me quejo
παραπονιέμαι, γκρινιάζω
se queja mucho
γκρινιάζει πολύ, παραπονιέται πολύ (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
el patán
χωριάτης, αγροίκος, άξεστος
rudo
αγενής, τραχύς, ανώμαλος, σκληρός
el provocativo
προκλητικός
detestar, detesto
σιχαίνομαι
asqueroso
αηδιαστικός, σιχαμένος
odiar (a), odio (a)
μισώ (τον / την), σιχαίνομαι (τον / την)
odio
(το) μίσος, μισώ, σιχαίνομαι (α' πρόσωπο ενεστώτα)
la burocracia
γραφειοκρατία
el calor intenso
καύσωνας, υπερβολική ζέστη
la humedad
υγρασία
cuando hablan detrás de tu espalda
όταν μιλούν πίσω απ' την πλάτη σου (πχ για σένα)
el ronquido
ροχαλητό
ronca por las noches
ροχαλίζει τις νύχτες
roncar, ronco
ροχαλίζω
la comida fuerte
βαρύ φαγητό (δυνατό φαγητό)
los platos sucios en el fregadero de la cocina
τα άπλυτα πιάτα στον νεροχύτη της κουζίνας
el mal aliento
η κακή αναπνοή, η δυσοσμία του στόματος
cuando algunos no tiran de la cadena
όταν κάποιοι δεν τραβάν το καζανάκι
cuando tienes que comer algo que no te gusta
όταν πρέπει να φας κάτι που δεν σου αρέσει
cuando tienes que pedir perdón
όταν πρέπει να ζητήσεις συγνώμη
cuando debes mear urgentemente
όταν πρέπει να κατουρήσεις επειγόντως
no me gusta, no me encanta
δεν μου αρέσει
es muy molesto
είναι πολύ ενοχλητικό
aburrido
βαρετός, βαριεστημένος
el desprecio / desprecio
η περιφρόνηση, το σνομπάρισμα / περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την) (α' πρόσωπο ενεστώτα)
la envidia, los celos
ζήλια, φθόνος
la infamia
η ατιμία
la malicia
η κακία
hace mal tiempo
έχει κακό καιρό
mal pagado
κακοπληρωμένος
el maltrato animal
κακοποίηση των ζώων
consentido, maleducado
κακομαθημένος
la fealdad
η ασχήμια
no hay asiento libre, no hay asiento disponible
δεν έχει ελεύθερη θέση, δεν έχει διαθέσιμη θέση
la inyección
η ένεση
las personas que tiran la basura a la calle
οι άνθρωποι που πετούν σκουπίδια στο δρόμο
estrecho, apretado
στενός, στενό
es muy apretado, es muy estrecho
είναι πολύ στενό
me está estrecho
μου είναι στενό
todo está muy caro
όλα είναι πολύ ακριβά, τα πάντα είναι πολύ ακριβά
la mala calidad
η κακή ποιότητα
estropeado, roto
χαλασμένος, κατεστραμένος
está estropeado, está roto, está averiado
είναι χαλασμένο
la austeridad, el rigor
αυστηρότητα, δριμύτητα
la explotación
η εκμετάλλευση, η αξιοποίηση
la desobediencia
η ανυπακοή
la infidelidad
η απιστία
la gente que se mete en la vida de los demas sin mirar la suya
οι άνθρωποι που ανακατεύονται στις ζωές των άλλων και δεν κοιτάν τη δική τους
se agotó la batería, la batería está agotada
άδειασε η μπαταρία, η μπαταρία είναι άδεια
el frío
κρύο, κρύος, τηγανίζω (α' πρόσωπο ενικού)
hace frío
κάνει κρύο
hace mucho frío
κάνει πολύ κρύο
tuve mucho frio, pasé mucho frio
κρύωνα, έκανε πολύ κρύο (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
la lluvia
βροχή
llueve
βρέχει (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
está lloviendo
βρέχει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
está lloviendo a cántaros
βρέχει καταρρακτωδώς (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ), ρίχνει καρεκλοπόδαρα
ojalá que no llueva, por favor que no llueva
μακάρι να μην βρέχει, μακάρι να μη βρέξει (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
la obligación
υποχρέωση
obligaciones profesionales
επαγγελματικές υποχρεώσεις
la falta de apoyo
έλλειψη υποστήριξης
los altos impuestos
υψηλή φορολογία, υψηλή φορολόγηση, ψηλοί φόροι
el precio de la gasolina
η τιμή της βενζίνης
el corte de luz, el apagón
η διακοπή ρεύματος, μπλακάουτ
vivir (vivo) en malas condiciones
ζω σε κακές συνθήκες
el dolor de muelas
πονόδοντος
el vecino
γείτονας
a la fuerza, violentamente
με το ζόρι, βίαια
ridículo
γελοίος, γελοίο
el / la indeseable
ανεπιθύμητος / ανεπιθύμητη / ανεπιθύμητο
el daño, la avería
βλάβη, ζημιά
el cansancio, la fatiga
κούραση, κόπωση
tolerar, tolero, soportar, soporto
ανέχομαι, υπομαίνω
la tolerancia
ανοχή, ανεκτικότητα
el / la tolerante
ανεκτικός / ανεκτική
aguantar, aguanto
αντέχω
resistir, resisto
αντιστέκομαι, αντέχω
la paciencia
υπομονή
el / la paciente
υπομονετικός / υπομονετική, ο / η ασθενής
ten paciencia
κάνε υπομονή
sufrir, sufro
υποφέρω, πάσχω, βασανίζομαι, υπομένω
la borrachera
μέθη, μεθύσι
borracho
μεθυσμένος, μεθύστακας, μπεκρής, μέθυσος
la resaca
hangover, πονοκέφαλος μετά από μεθύσι
el dolor de cabeza
πονοκέφαλος, κεφαλαλγία
cuando volví a casa comprobé que estaba estropeado (en mal estado)
όταν γύρισα σπίτι διαπίστωσα ότι ήταν χαλασμένο (σε κακή κατάσταση)
regresivo, retrógrado
οπισθοδρομικός
la espera, espera
αναμονή, περιμένει, ελπίζει, περίμενε!
la multa
πρόστιμο
los anuncios de televisión
οι διαφημίσεις στην τηλεόραση
la irresponsabilidad
ανευθυνότητα
los vecinos que hacen mucho ruido
οι γείτονες που κάνουν πολύ θόρυβο
no me dejan dormir
δε με αφήνουν να κοιμηθώ
rallar
ενοχλώ (ΣΕ ΑΡΓΚΟ), τη σπάω σε κάποιον (= molestar)
molestar a los vecinos
ενοχλώ τους γείτονες (ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ)
forzoso
καταναγκαστικός, αναγκαστικός, υποχρεωτικός, αυτός που γίνεται με το ζόρι
la tos
βήχας
toser, toso
βήχω
tengo tos
έχω βήχα (ΟΧΙ ΤΟ ΡΗΜΑ ΒΗΧΩ)
insultar (a), insulto (a), ofender (a), ofendo (a)
προσβάλλω, βρίζω (τον / την)
el nerviosismo
νευρικότητα
enfadarse, me enfado, enojarse, me enojo
θυμώνω, νευριάζω
enojado, enfadado, resentido
θυμωμένος, νευριασμένος, τσατισμένος, εκνευρισμένος
la fetidez
δυσωδία
la cucaracha
κατσαρίδα
el fanatismo
φανατισμός
engorda
παχαίνει
el espesor
πάχος
el / la insalubre
ανθυγιεινός / ανθυγιεινή
la tontería, el disparate
ανοησία, χαζομάρα, βλακεία, κουταμάρα
abusar, abuso
καταχρώμαι, εκμεταλλεύομαι
injusto
άδικος
es una injusticia
είναι αδικία, είναι άδικο
el asco
αηδία
acusar (a), acuso (a)
κατηγορώ (τον / την), καταγγέλω
criticar (a), critico (a)
κριτικάρω, κατακρίνω, κρίνω (τον / την)
son mentiras
είναι ψέματα
¿Por qué me mentiste?
Γιατί μου είπες ψέματα;
mentir (a), miento (a)
ψεύδομαι, λέω ψέματα (στον / στην)
la desinformación
παραπληροφόρηση
quiero quejarme de algo
θέλω να παραπονεθώ για κάτι
el engaño, engaño
εξαπάτηση, παραπλάνηση, απάτη, εξαπατώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
engañar, engaño
εξαπατώ (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ timar, timo)
la agresión, la agresividad
επιθετικότητα (ΟΧΙ Η ΦΡΑΣΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ)
agresivo
επιθετικός (ΟΧΙ ΠΑΙΚΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ)
infiel
άπιστος
el adulterio
μοιχεία
la basura
σκουπίδι, σκουπίδια
qué malo
τι κακός
la hostilidad
εχθρικότητα, εχθρότητα, εχθροπραξία
hostil
εχθρικός
perezoso, vago
τεμπέλης, αμελής, οκνηρός
el aullido, el chillido
ουρλιαχτό, τσιρίδα, τσίριγμα, στριγκλιά
confundirse, me confundo
μπερδεύομαι
confundido, confuso
μπερδεμένος, μπερδεμένο, συγχυσμένος
no entiendo, no comprendo
δεν καταλαβαίνω
no me llevo bien con
δεν τα πάω καλά με
la dificultad
δυσκολία
rudeza, grosería
αγένεια, χοντράδα
tirarse un pedo, me tiro un pedo, echarse un pedo, me echo un pedo
κλάνω, ρίχνω μια πορδή, πέρδομαι, αερίζομαι
sucio
βρώμικος, λερωμένος, βρωμιάρης, άπλυτος, άλουστος, ακάθαρτος, βρωμιάρη!
retrasar, retraso
καθυστερώ, αργώ
el retraso, la demora
καθυστέρηση
he tardado
καθυστέρησα (έχω καθυστερήσει) (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ), έχω αργήσει
va a tardar un poco
θα καθυστερήσει λίγο, θα αργήσει λίγο
los comentarios provocativos
προκλητικά σχόλια
el comentario, la anotación
σχόλιο
los comentarios ofensivos
προσβλητικά σχόλια
amenazar, amenazo
απειλώ
la amenaza, amenaza
απειλή, απειλεί (γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el / la amenazante
απειλητικός / απειλητική
el impostor
απατεώνας, αγύρτης
el escupitajo
φτύσιμο, φλέμα, ροχάλα
a gritos
με φωνές (φωνάζοντας)
el cotilleo, el chisme
κουτσομπολιό
la palabrería
μακρολογία, πολυλογία, φλυαρία
no fumar
μην καπνίζετε, απαγορεύεται το κάπνισμα (ένδειξη σε πινακίδα)
la presión
πίεση
el tabú / los tabúes
το ταμπού / τα ταμπού (κάτι για το οποίο δεν είναι ευγενικό να μιλήσεις)
se despierta de noche
ξυπνά τη νύχτα
la pelea, la riña, la reyerta
τσακωμός, καβγάς, φιλονικία
pelear, peleo, reñir, riño (con)
τσακώνομαι (με), καυγαδίζω (με), μαλώνω (με)
los niños se pelean
τα παιδιά τσακώνονται, τα παιδιά μαλώνουν μεταξύ τους
la intimidación
εκφοβισμός, μπούλινγκ, νταϊλίκι, ενδοσχολική βία
mentiroso
ψεύτης
la mentirijilla
ψεματάκι
el corte de agua
η διακοπή νερού
la burla, la mofa
κοροϊδία, λοιδορία, χλευασμός
el sarcasmo
σαρκασμός
el / la injustificable
αδικαιολόγητος / αδικαιολόγητη / αδικαιολόγητο
sin justificación
αδικαιολόγητα (επίρρημα), χωρίς δικαιολογία
el fumador pasivo
παθητικός καπνιστής
el tabaquismo, el fumar
το κάπνισμα
el fumador / la fumadora
καπνιστής / καπνίστρια
fumar, fumo
καπνίζω
el humo / el tabaco
καπνός
gran fumador
θεριακλής, μανιώδης καπνιστής
¿Fumas?
Καπνίζεις;
grotesco
αλλόκοτος, αποκρουστικός, τερατώδης, παράξενος, περίεργος
despreciar (a), desprecio (a), desdeñar (a), desdeño (a)
περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την)
tirar al suelo, tiro al suelo
πετάω στο έδαφος, ρίχνω κάτω
el aliento (ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΛΕΞΗ respiración)
χνώτο, χνώτα, πνοή, ανάσα, αναπνοή (ΟΧΙ ΜΟΝΟ Η ΛΕΞΗ ΑΝΑΠΝΟΗ)
el ajo
σκόρδο
la ropa sucia
τα άπλυτα ρούχα, το άπλυτο ρούχο
enchufarse, me enchufo
μπαίνω με μέσο, μπαίνω με βύσμα, συνδέομαι στην πρίζα
la intemperie
κακοκαιρία
la coerción
εξαναγκασμός, καταναγκασμός, καταπίεση, στανιό
coercer, coerzo
εξαναγκάζω, αναγκάζω (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ obligar, obligo)
timar, timo
ξεγελώ, εξαπατώ (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ engañar, engaño), την φέρνω σε κάποιον, δουλεύω κάποιον
1.ruidoso / 2. ¡Ruidoso!
1.θορυβώδης, φασαριόζικος, θορυβοποιός / 2.ΩΣ ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ: Δυνατά!
en falso
ψευδώς
falso
πλαστός, ψεύτικος, ψευδής
seudocientífico
ψευδοεπιστημονικός, ψευδοεπιστημονικό
lo que más me molesta
αυτό που με ενοχλεί περισσότερο
la alga / las algas
φύκι / φύκια
el granito
σπυράκι (υποκοριστικό του σπυρί) (ΟΧΙ el grano, la espinilla), γρανίτης (ΤΟ ΠΕΤΡΩΜΑ)
el padrastro
πατριός, παρανυχίδα, παρωνυχίδα, πετσάκι
anormal
αφύσικος, μη φυσιολογικός, ασυνήθιστος, αντικανονικός, ανώμαλος
el borborigmo
γουργουρητό, γουργούρισμα
el hambre
πείνα (θηλυκή λέξη)