Level 109 Level 111
Level 110

Δυσάρεστα & Αρνητικά - Γενικά


371 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
el / la desagradable
δυσάρεστος / δυσάρεστη / δυσάρεστο
negativo
αρνητικός
el incendio
πυρκαγιά
el terremoto
σεισμός
la inundación
πλημμύρα
la sequía, la escasez de agua
ξηρασία, λειψυδρία
el peso, peso
βάρος, ζυγίζω / έχω βάρος (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la enfermedad
ασθένεια
fraude, estafa, engaño
απάτη, νοθεία
la rabia
οργή, λύσσα (ΚΑΙ ΩΣ ΑΡΡΩΣΤΙΑ)
malo
κακός, κακό, άσχημα (ΕΠΙΡΡΗΜΑ)
la desgracia, el infortunio
ατυχία, δυσμένεια
el accidente
ατύχημα, τροχαίο
el robo, robo
ληστεία, κλοπή, κλέβω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
la vergüenza
ντροπή
el problema
πρόβλημα
la resistencia
αντίσταση
la violencia
βία
la trampa
παγίδα, ζαβολιά
la amenaza, amenaza
απειλή, απειλεί (γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la muerte
θάνατος, χάρος
la explosión, el estallido, la erupción
έκρηξη
el silencio
σιωπή
odio
(το) μίσος, μισώ, σιχαίνομαι (α' πρόσωπο ενεστώτα)
la inseguridad
ανασφάλεια
la agitación
ταραχή, αναταραχή, αναστάτωση
el miedo, el temor
φόβος
la curiosidad
περιέργεια
la astucia
πονηριά
la pena
ποινή, τιμωρία, κρίμα, στεναχώρια
el desprecio / desprecio
η περιφρόνηση, το σνομπάρισμα / περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την) (α' πρόσωπο ενεστώτα)
la lágrima
δάκρυ
fallo, fracaso
αποτυχία, αποτυγχάνω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la malicia
η κακία
rudeza, grosería
αγένεια, χοντράδα
la infidelidad
η απιστία
la infamia
η ατιμία
la incapacidad, la incompetencia
ανικανότητα
la fealdad
η ασχήμια
la debilidad
αδυναμία
pobreza
φτώχεια
la tontería, el disparate
ανοησία, χαζομάρα, βλακεία, κουταμάρα
la indiscreción
η αδιακρισία
la culpa, la culpabilidad
ενοχή, σφάλμα, φταίξιμο, υπαιτιότητα
la humillación
εξευτελισμός
el desastre, la destrucción, la devastación
καταστροφή
la caída
πτώση
la rotura, el robo con fractura
διάρρηξη
la advertencia
προειδοποίηση
el ruido
ο θόρυβος (ΟΧΙ Η ΓΕΝΙΚΗ ΦΑΣΑΡΙΑ)
la pelea, la riña, la reyerta
τσακωμός, καβγάς, φιλονικία
el obstáculo
εμπόδιο
el engaño, engaño
εξαπάτηση, παραπλάνηση, απάτη, εξαπατώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el pesimismo
απαισιοδοξία, πεσιμισμός
ahogo
πνιγμός, πνίγω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
la traición
προδοσία
la vacilación
δισταγμός, ενδοιασμός
el suspiro, suspiro
αναστεναγμός, αναστενάζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el desacuerdo
διαφωνία
la dificultad
δυσκολία
la mentira, la paja (paja ως ιδιωματισμός)
το ψέμα
el reproche, el regaño, la reprensión, el vituperio
επίπληξη, μομφή, παρατήρηση
escándalo
σκάνδαλο
la sed
δίψα
la responsabilidad
ευθύνη
el hambre
πείνα (θηλυκή λέξη)
el lloro, el llanto
κλάμα, κλαίω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
la infelicidad
δυστυχία, στεναχώρια
duda
αμφιβολία, αμφιβάλλει
la disputa
διένεξη, φιλονικία, διαμάχη
la corrupción
διαφθορά
el terror
τρόμος (ως αποτέλεσμα φόβου)
la cancelación, la anulación, el cancelamiento
ακύρωση
la desnutrición
υποσιτισμός
la disolución
διάλυση
la desigualdad
ανισότητα
prostitución
πορνεία
el estancamiento
στασιμότητα
la marginación
περιθωριοποίηση
el / la indeseable
ανεπιθύμητος / ανεπιθύμητη / ανεπιθύμητο
la inestabilidad
αστάθεια
la austeridad, el rigor
αυστηρότητα, δριμύτητα
la desobediencia
η ανυπακοή
los rumores
φήμες, διαδόσεις
la locura
τρέλλα, παραφροσύνη
el racismo
ρατσισμός
el / la racista, supremacista
ρατσιστής / ρατσίστρια
el paro, el desempleo
ανεργία, υποαπασχόληση
la agresión, la agresividad
επιθετικότητα (ΟΧΙ Η ΦΡΑΣΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ)
la pesadilla
εφιάλτης
el / la mortal
θανάσιμος / θανάσιμη
la desorganización
αποδιοργάνωση
la pasividad
παθητικότητα
la ilusión
αυταπάτη, παραίσθηση, ψευδαίσθηση, πλάνη, ευσεβείς πόθοι
el incumplimiento
αθέτηση
la esclavitud
δουλεία, σκλαβιά
anomalía
ανωμαλία
la falsificación
πλαστογραφία, απομίμηση (προϊόντος)
la atrocidad
θηριωδία, φρικαλεότητα, ωμότητα
sufrimiento
ταλαιπωρία
la incertidumbre, la precariedad
αβεβαιότητα, ασάφεια
la complicación
επιπλοκή
la privación
στέρηση
la masacre
σφαγή
la superstición
δεισιδαιμονία, πρόληψη
el asco
αηδία
la desesperación
απελπισία, απόγνωση
la venganza
εκδίκηση
egoísmo
εγωισμός
la insistencia, la perseverancia, el empeño
επιμονή
el tormento, la tortura
βασανιστήριο, βασανισμός, βάσανο
la ambigüedad
ασάφεια
la codicia
πλεονεξία
la fetidez
δυσωδία
el truco
τρικ, κόλπο, τέχνασμα
el jaleo, el bullicio, el barullo
η φασαρία (από πολύ κόσμο), η βαβούρα, η οχλοβοή, το μπάχαλο, ο χαμός
caníbal
κανίβαλος, ανθρωποφάγος
la obligación
υποχρέωση
la pifia
γκάφα
el defecto
ελάττωμα, προεπιλογή
la desventaja
μειονέκτημα
el náufrago
ναυαγός
el naufragio
ναυάγιο
la electrocución
ηλεκτροπληξία (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΗΛΕΚΤΡΟΣΟΚ)
la brutalidad
βιαιότητα, βαρβαρότητα
la obsesión
εμμονή, έμμονη ιδέα, ιδεοληψία
melancolía
μελαγχολία
la adicción, el adicto
εθισμός, εθισμένος (η δεύτερη ισπανική λέξη έχει δύο ερμηνείες: εθισμός και εθισμένος)
los problemas psicológicos
ψυχολογικά προβλήματα
el malentendido
παρεξήγηση
el retraso, la demora
καθυστέρηση
el cotilleo, el chisme
κουτσομπολιό
morir, muero, fallecer, fallezco
πεθαίνω, αποβιώνω, ψοφάω
la confusión
σύγχυση, μπέρδεμα
el dolor
πόνος, άλγος
la negación
άρνηση
desafortunado
άτυχος
la herida
πληγή, πληγωμένη, χτυπημένη, τραυματισμένη
la lesión, el trauma
τραύμα
el herido
τραυματίας, πληγωμένος, χτυπημένος, τραυματισμένος
las malas compañías
οι κακές παρέες
odiar (a), odio (a)
μισώ (τον / την), σιχαίνομαι (τον / την)
mala idea
κακή ιδέα
consentido, maleducado
κακομαθημένος
los malos espíritus
κακά πνεύματα
el maltrato animal
κακοποίηση των ζώων
fallar, fallo, fracasar, fracaso
αποτυγχάνω
el suicidio
αυτοκτονία
el terrorismo
τρομοκρατία
la organización terrorista
τρομοκρατική οργάνωση
asesinato
δολοφονία, φόνος
el asesino
δολοφόνος
el / la criminal
ο / η κακοποιός, εγκληματίας, εγκληματικός
la criminalidad
εγκληματικότητα
la soledad
μοναξιά
la obstinación
πείσμα
obstinado
πεισματάρης, ισχυρογνώμων
rechazar, rechazo
απορρίπτω
caos
χάος
me da corte
ντρέπομαι (να κάνω κάτι)
enredo
μπέρδεμα, μπλέξιμο, μπερδεύω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la violación
παράβαση, βιασμός
obligatoriamente
υποχρεωτικά
obligado
υποχρεωμένος
obligatorio
υποχρεωτικός
la derrota
ήττα
la falta de apetito
ανορεξία
la deuda
χρέος
el límite, el umbral
όριο
desesperado
απελπισμένος, απεγνωσμένος, απογοητευμένος
no hay
δεν υπάρχει
no está aquí
δεν είναι εδώ
no acepto
δεν δέχομαι
no estoy listo todavía
δεν είμαι ακόμα έτοιμος
no estoy listo
δεν είμαι έτοιμος
no estoy bien
δεν είμαι καλά, δεν αισθάνομαι καλά
no estoy seguro
δεν είμαι σίγουρος
no estoy de acuerdo
δεν είμαι σύμφωνος
no es importante
δεν είναι σημαντικό
no es correcto, no es apropiado
δεν είναι σωστό
no es nada
δεν είναι τίποτα
no se permite
δεν επιτρέπεται
no tengo
δεν έχω
no tengo suficiente dinero
δεν έχω αρκετά χρήματα
no he probado nada de la cocina española
δεν έχω δοκιμάσει τίποτα από την ισπανική κουζίνα
no tengo idea, no tengo ni idea, ni idea
δεν έχω ιδέα
no he estado
δεν έχω πάει (δεν έχω βρεθεί εκεί)
no tengo objeción / no tengo ninguna objeción
δεν έχω αντίρρηση / δεν έχω καμία αντίρρηση
no tengo dinero
δεν έχω χρήματα / λεφτά
no es nada personal
δεν είναι τίποτα προσωπικό
no tiene nada que ver con
δεν έχει σχέση με
no tengo nada en contra
δεν έχω τίποτα εναντίον
no tengo tiempo
δεν έχω χρόνο, δεν προλαβαίνω
no intervendrá
δεν θα παρέμβει
no quiero
δεν θέλω
no quiero oir
δεν θέλω ν' ακούσω
no me acuerdo (de), no recuerdo (de)
δεν θυμάμαι (τον, την, το)
no entiendo, no comprendo
δεν καταλαβαίνω
no entiendo bien el español, lo aprendo ahora
δεν καταλαβαίνω καλά τα ισπανικά, τώρα τα μαθαίνω
no funciona
δεν λειτουργεί
no me interesa
δεν με ενδιαφέρει
no me gustó
δεν μου άρεσε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
no me gusta, no me encanta
δεν μου αρέσει
no me ha gustado
δεν μου έχει αρέσει, δεν μου άρεσε (ΣΕ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟ)
no puede ser
δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν
no pueden
δεν μπορούν
no puedo
δεν μπορώ
no puedo venir
δεν μπορώ να έρθω
no puedo bajar de peso
δεν μπορώ να χάσω βάρος
no se siente bien
δεν νιώθετε καλά (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), δεν νιώθει καλά
no sé
δεν ξέρω
no sé qué hacer
δεν ξέρω τι να κάνω
no se hace
δεν γίνεται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
la indignación
αγανάκτηση, αποτροπιασμός, οργή
no te preocupes
μην ανησυχείς, μην στεναχωριέσαι (ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ & ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
cansarse, me canso
κουράζομαι
cansar, canso
κουράζω
perder, pierdo
χάνω
el enfado, la bronca
θυμός
asqueroso
αηδιαστικός, σιχαμένος
la suciedad
η βρωμιά
sucio
βρώμικος, λερωμένος, βρωμιάρης, άπλυτος, άλουστος, ακάθαρτος, βρωμιάρη!
la palabrota
το βρωμόλογο
el / la incapaz, el inhabilitado, la inhabilitada
ανίκανος / ανίκανη
inadecuado, inapropiado
ακατάλληλος
el desorden
ακαταστασία, διαταραχή
desordenado
ακατάστατος, ακατάστατο, διαταραγμένος
el derroche, derroche
σπατάλη, να σπαταλώ, να σπαταλά (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
derrochador
σπάταλος
venenoso
δηλητηριώδης
el cansancio, la fatiga
κούραση, κόπωση
el descuido
απροσεξία
la estocada
μαχαίρωμα, μαχαιριά
envenenado
δηλητηριασμένος
ahogado
πνιγμένος
asesinado
δολοφονημένος
muerto
νεκρός, πεθαμένος, σκοτωμένος
el pedo
πορδή, κλανιά, κλάσιμο
la bofetada
χαστούκι
está prohibido
απαγορεύεται, είναι απαγορευμένο
la prohibición
απαγόρευση
doy una bofetada
χαστουκίζω, δίνω ένα χαστούκι
prohibida la entrada
απαγορεύεται η είσοδος
no soy capaz de
δεν είμαι σε θέση να
secuestrar, secuestro
απαγάγω
la deficiencia
έλλειψη, ελάττωμα, ανεπάρκεια, κακοτεχνία
prohibido
απαγορευμένος, απαγορεύεται
es muy molesto
είναι πολύ ενοχλητικό
decepcionado
απογοητευμένος
los defectos
ελαττώματα
desesperar, desespero
απελπίζω
desesperarse, me desespero
απελπίζομαι
desagrado, descontento, insatisfacción
δυσαρέσκεια
difícilmente
δύσκολα (επίρρημα)
el / la contaminante
ρυπογόνος, ρυπογόνο, μολυσματικό
el sarcasmo
σαρκασμός
la desaprobación, la censura
αποδοκιμασία
negativamente
αρνητικά (επίρρημα)
negar, niego
αρνούμαι
estoy en desacuerdo, no estoy de acuerdo
διαφωνώ, δεν συμφωνώ
maldito
καταραμένος, κακολογημένος
el susto
τρομάρα
el exterminio
εξολόθρευση, εξόντωση
regresivo, retrógrado
οπισθοδρομικός
el / la estresante
αγχωτικός, στρεσογόνος, που προκαλεί άγχος
equivocar, equivoco
σφάλω, κάνω λάθος, απατώμαι
la decepción, la frustración
απογοήτευση
la situación ha empeorado
η κατάσταση έχει χειροτερέψει
no me dijo nada
δεν μου είπε τίποτα
no me sirve
δεν μου χρειαζεται, δεν με εξυπηρετεί, δεν μου είναι χρήσιμο
no me sirve de nada
δεν μου χρειάζεται σε τίποτα, δεν με εξυπηρετεί σε τίποτα
el gruñido
γκρίνια, μούγκρισμα, γρύλισμα
gruñir, gruño
γκρινιάζω, μουγκρίζω, γρυλίζω
el gruñón
γκρινιάρης
la gruñona
γκρινιάρα
mentiroso
ψεύτης
nadie estuvo ahi
δεν ήταν κανείς εκεί
mentir (a), miento (a)
ψεύδομαι, λέω ψέματα (στον / στην)
inseguro
ανασφαλής
la aglomeración
συνωστισμός
dañar, daño, perjudicar, perjudico
βλάπτω, ζημιώνω
la ironía
ειρωνεία
en mal estado
σε κακή κατάσταση
ya no puedo
δεν μπορώ πια
la omisión
αμέλεια, παράλειψη
no me llevo bien con
δεν τα πάω καλά με
el dinero no basta
δε φτάνουν τα λεφτά, δε φτάνουν τα χρήματα, τα λεφτά δεν είναι αρκετά
los salarios bajos
οι χαμηλοί μισθοί
el empobrecimiento
εξαθλίωση
quiero quejarme de algo
θέλω να παραπονεθώ για κάτι
la caída del nivel de vida
η πτώση του βιωτικού επιπέδου
la mala calidad
η κακή ποιότητα
es muy agotador
είναι πολύ κουραστικό, είναι πολύ κουραστικός
es muy apretado, es muy estrecho
είναι πολύ στενό
la mala costumbre, el mal hábito
κακιά συνήθεια, κακό συνήθειο
por las malas
με το κακό
la hipocresía
υποκρισία
la impuntualidad
το να μην είσαι στην ώρα σου, η αργοπορία
la calamidad
συμφορά
la palabrería
μακρολογία, πολυλογία, φλυαρία
entorpecer (a), entorpezco (a)
παρεμποδίζω (τον / την)
la intimidación
εκφοβισμός, μπούλινγκ, νταϊλίκι, ενδοσχολική βία
la debacle
πανωλεθρία, νίλα, φιάσκο
la inanición
ασιτία
morir de inanición, morir de hambre
θάνατος από ασιτία (απαρέμφατο), το να πεθαίνεις από ασιτία
suicidarse, me suicido
αυτοκτονώ
se suicidó
αυτοκτόνησε
apuñalado
μαχαιρωμένος
matar (a), mato (a)
σκοτώνω (τον / την)
herir, hiero
τραυματίζω, πληγώνω
gravemente herido
βαριά τραυματισμένος
levemente herido
ελαφρά τραυματισμένος
una experiencia traumática
μια τραυματική εμπειρία
el rechazo, rechazo
απόρριψη, απορρίπτω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la irresponsabilidad
ανευθυνότητα
la difamación
δυσφήμιση
la obstrucción
παρεμπόδιση, παρακώλυση, κώλημα
los efectos negativos
αρνητικές συνέπειες
forzoso
καταναγκαστικός, αναγκαστικός, υποχρεωτικός, αυτός που γίνεται με το ζόρι
perjudica gravemente la salud
βλάπτει σοβαρά την υγεία
tropezar, tropiezo
σκοντάφτω, προσκρούω, παραπατώ, κάνω σφάλμα
el corte de agua
η διακοπή νερού
el corte de luz, el apagón
η διακοπή ρεύματος, μπλακάουτ
el dañino, la dañina, el / la perjudicial
βλαβερός, βλαβερό, βλαβερή
torturar, torturo
βασανίζω
sufrir, sufro
υποφέρω, πάσχω, βασανίζομαι, υπομένω
el torturador
βασανιστής
me deslicé
γλίστρησα
el aburrimiento
πλήξη, ανία, βαρεμάρα, βαριεστιμάρα
la burla, la mofa
κοροϊδία, λοιδορία, χλευασμός
la carga de trabajo
φόρτος εργασίας
sin justificación
αδικαιολόγητα (επίρρημα), χωρίς δικαιολογία
el / la injustificable
αδικαιολόγητος / αδικαιολόγητη / αδικαιολόγητο
el fumador pasivo
παθητικός καπνιστής
el luto, el duelo
πένθος
estar de luto, estoy de luto
πενθώ, είμαι σε πένθος, έχω πένθος
la repulsión
απώθηση, αποστροφή
repulsivo
αποκρουστικός
vergonzoso
ντροπιαστικός, επαίσχυντος, επονείδιστος, ντροπαλός
desgarrador
σπαρακτικός, συνταρακτικός, αποκαρδιωτικός, θλιβερός, συγκλονιστικός
triste
ο / η λυπημένος, θλιμμένος, θλιβερός
enchufarse, me enchufo
μπαίνω με μέσο, μπαίνω με βύσμα, συνδέομαι στην πρίζα
los precios suben
αυξάνονται οι τιμές, οι τιμές ανεβαίνουν (ακριβαίνουν)
el choque
σοκ, σύγκρουση, τρακάρισμα
el choque múltiple
καραμπόλα, πολλαπλό ατύχημα, πολλαπλή σύγκρουση
la intemperie
κακοκαιρία
nefasto
δυσοίωνος, ολέθριος, δυσμενής, αρνητικός
la coerción
εξαναγκασμός, καταναγκασμός, καταπίεση, στανιό
coercer, coerzo
εξαναγκάζω, αναγκάζω (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ obligar, obligo)
el derramamiento de sangre
αιματοχυσία
timar, timo
ξεγελώ, εξαπατώ (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ engañar, engaño), την φέρνω σε κάποιον, δουλεύω κάποιον
engañar, engaño
εξαπατώ (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ timar, timo)
lesionarse, me lesiono
τραυματίζομαι
se lesionó, fue heridο (fue herida)
τραυματίστηκε
me lesioné
τραυματίστηκα
ridiculizar (a), ridiculizo (a)
γελοιοποιώ (τον / την)
sangrar, sangro
αιμορραγώ, ματώνω
la hemorragia, el sangrado
αιμορραγία
contaminado, infectado
μολυσμένος, μολυσμένο
contaminación, polución
μόλυνση, ρύπανση
la contaminación atmosférica
ατμοσφαιρική ρύπανση
las emisiones contaminantes
εκπομπές ρύπων
se cagó
χέστηκε, τα έκανε πάνω του (της)
coger, cojo
παίρνω, αρπάζω, πιάνω, κολλάω (το κολλάω = ΓΙΑ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ)
cogió una infección
κόλλησε μία αρρώστια (κόλλησε μία μόλυνση)
rebosar, reboso
ξεχειλίζω, υπερχειλίζω
cancerígeno
καρκινογόνος (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΚΑΡΚΙΝΙΚΟΣ, ΟΧΙ ΚΑΡΚΙΝΟΓΟΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ)
los carcinógenos, los cancerígenos
καρκινογόνες ουσίες
el concepto erróneo
παρανόηση, εσφαλμένη αντίληψη, εσφαλμένη άποψη
el / la ilegible
ο/η/το δυσανάγνωστος
el arañazo
γρατσουνιά, γρατζουνιά, αμυχή, γδάρσιμο, χαραγματιά